AllDayGreece

Κατηγορία: Δήμος Σιντικής

  • Βουβάλια Κερκίνης

    Βουβάλια Κερκίνης




    Τα βουβάλια, το γένος bubalus bubalis, θρυλείται ότι έφτασαν ως συνοδεία του Ξέρξη κατά τους περσικούς πολέμους, όταν ο στρατός επέλασε από τον ποταμό Στρυμόνα. Δυνατά ζώα και λιτοδίαιτα χρησίμευαν στη μεταφορά πραμάτειας, αλλά παράλληλα προμήθευαν τον στρατό με γάλα εξαιρετικής θρεπτικής αξίας. Ο πρώτος πληθυσμός τους αποδεκατίστηκε από τα λιοντάρια της περιοχής και σκορπίστηκε στην ευρύτερη περιοχή. Τα ζώα αφέθηκαν έκτοτε στην τύχη τους, ταυτισμένα στο νου όλων με απλούς αχθοφόρους.

    Η ανάπτυξη της «βιομηχανίας» εκτροφής νεροβούβαλων και της επεξεργασίας του κρέατος και των προϊόντων τους στην περιοχή της λίμνης Κερκίνης αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για τις ευκαιρίες που δημιουργούνται εν μέσω κρίσης.
    Γύρω όμως από αυτές τις τρεις εταιρείες που λειτουργούν στην περιοχή, και το κρέας του βουβαλιού έχουν αναπτυχθεί πάρα πολλές δραστηριότητες αφήνοντας στην περιοχή τζίρο εκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο και προσελκύοντας χιλιάδες επισκέπτες. Το βουβάλι μέσα σε λιγότερα από δέκα χρόνια έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του νομού Σερρών.
    Όπως τονίζεται ο πληθυσμός των βουβαλιών από περίπου 900 ζώα το 2001 έχει φθάσει σήμερα τα 3.000 και συνεχώς αυξάνεται. Ολοένα και περισσότεροι επισκέπτες της λίμνης Κερκίνης και αγοραστές από όλη την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό, γίνονται φανατικοί του διάσημου καβουρμά, των λουκάνικων, των μπιφτεκιών και άλλων γευστικών προϊόντων του βουβαλιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο καβουρμάς του κατέκτησε τη δεύτερη θέση στο φεστιβάλ Γαστρονομίας του Έρφουντ στη Γερμανία. Δεν είναι μόνο η ανώτερη γεύση του αλλά και η μεγάλη διατροφική αξία του κρέατος του βουβαλιού, που πάντως ως προϊόν είναι σχετικά ακριβό. Το κρέας του βουβαλιού, όπως και το γάλα, έχει την υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη από τα αντίστοιχα προϊόντα που προέρχονται από τα κοινά βοοειδή. Ενώ όμως η περιεκτικότητα σε λίπος του γάλακτος βουβαλιού είναι κατά πολύ υψηλότερη σε σύγκριση με το γάλα αγελάδας, η περιεκτικότητα του κρέατος βουβαλιού σε λίπος είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με το κρέας κοινών βοοειδών.

     

    Τα χαρακτηριστικά του κρέατος των βούβαλων (100 γραμμάρια) σε σχέση με το μοσχάρι είναι τα εξής:

    1. Το κρέας του βουβαλιού έχει 131 θερμίδες, ενώ το κρέας του μόσχου 289 θερμίδες.
    2. Οι πρωτεΐνες του βουβαλιού είναι 26,83 γραμμάρια, έναντι 24,07 γραμμάρια του μόσχου.
    3. Το κρέας του βουβαλιού διαθέτει 1,8 γραμμάρια λίπος, ενώ του μόσχου 20,69 γραμμάρια.
    4. Τα κορεσμένα λιπαρά του βουβαλιού είναι 0,6 γραμμάρια, ενώ του μόσχου είναι 8,13 γραμμάρια.
    5. Η χοληστερόλη του βουβαλιού είναι 61 mg, ενώ του μόσχου 90 mg.
    6. Περιέχει ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιο, φώσφορο, κάλιο, ψευδάργυρο, χαλκό και μαγγάνιο.
    7. Ο σίδηρος του κρέατος βουβαλιού είναι 2, ενώ του βοδινού είναι 0,3-1,6.

     

    Το κρέας των βούβαλων συγκριτικά με το μοσχαρίσιο έχει σκουρότερο χρώμα, λιγότερο ενδομυϊκό λίπος, λευκότερο χρώμα λίπους και παρόμοια οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Τα προϊόντα του βουβαλιού, καβουρμάς, σουτζουκάκια, λουκάνικα,
    διατίθενται σε καταστήματα delicatessen, υψηλής ποιότητας εστιατόρια και
    ξενοδοχεία.

  • Ποταμός Στρυμόνας

    Ποταμός Στρυμόνας

    Ο ποταμός στρυμώνας είναι ποταμός της Βαλκανικής Χερσονήσου με μήκος 360 χιλιόμετρα, από τα οποία 242 βρίσκονται σε βουλγαρικό έδαφος και 118 σε ελληνικό. Στα βουλγάρικα ο ποταμός ονομάζεται Στρούμια, ενώ στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν γνωστός με την ονομασία Καρά-Σού. Στο ελληνικό έδαφος ο ποταμός ρέει αποκλειστικά στο έδαφος του νομού Σερρών και μαζί με τον Αγγίτη, που είναι ο κυριότερος ελληνικός παραπόταμος του, ανήκουν στην υδρογραφική λεκάνη της ανατολικής Μακεδονίας. Πηγάζει από το όρος Βίταζα, νοτιοδυτικά της Σόφιας σε υψόμετρο 2.200μ. Ρέει νότια, αρχικά πολύ ορμητικός μέσα από χαράδρες, ενώ στη συνέχεια σχηματίζει μια εύφορη κοιλάδα ανάμεσα στα όρη Ρούγιεν και Ρίλα, ενώ νοτιότερα διανοίγει μια δίοδο ανάμεσα στα όρη Μάλες και Πιρίν. Λίγο πριν την είσοδό του στο ελληνικό έδαφος δέχεται τα νερά του σημαντικότερου παραπόταμου, του Στρούμιτσα που πηγάζει από το όρος Πλακοβίτσα στο νοτιοανατολικό άκρο της Γιουγκοσλαβίας. 

    Στην Ελλάδα εισέρχεται δυτικά του χωριού Προμαχώνας, δια μέσου των στενών της Κούλας ή του Ρούπελ, που ο ίδιος έχει διανοίξει ανάμεσα στις οροσειρές της Κερκίνης (Μπέλες) και του Όρβηλου (Αγκίστρου). Στο σημείο αυτό λόγω της απότομης αλλαγής της κλίσης του εδάφους, ο ποταμός χάνει την ορμητικότητα του και χωρίζεται σε δύο κύριους κλάδους. Ο δυτικός κλάδος εισέρχεται στη Λίμνη Κερκίνη και υπερχειλίζει στη νότια πλευρά της. Στη συνέχεια ρέει προς τα νοτιοανατολικά μέχρι το σημείο που ενώνεται με τον ανατολικό μεγαλύτερο κλάδο και σχηματίζουν ενιαία κοίτη κοντά στο χωριό Λιθοτόπος. Από το σημείο αυτό και σε μήκος 50 χιλιομέτρων μέχρι τη συμβολή του με τον Αγγίτη, η κοίτη του Στρυμόνα είναι τεχνητή, με αναχώματα και αρδευτικά κανάλια. H τεχνητή αυτή κοίτη κρίθηκε απαραίτητη, επειδή η αβαθής φυσική κοίτη υπήρξε στο παρελθόν αιτία εκτεταμένων καταστροφών από πλημμύρες. Τα αρδευτικά κανάλια αφαιρούν τον πλεονάζοντα όγκο νερού και ταυτόχρονα γονιμοποιούν την πεδιάδα. Ο Στρυμόνας συμβάλλει με τον Αγγίτη ο οποίος πηγάζει στις νότιες παρυφές του Φαλακρού ΄Όρους, 5 χιλιόμετρα πριν τις εκβολές του. Στην θέση αυτή υπήρχε η αποξηραμένη σήμερα Λίμνη του Αχινού. Τέλος, ο Στρυμόνας διέρχεται ανάμεσα στα όρη Κερδύλλιο και Παγγαίο και εκβάλλει στον Στρυμονικό ανάμεσα στα όρη Κερδύλλιο και Παγγαίο και εκβάλλει στον Στρυμονικό κόλπο, ανατολικά του χωριού Ν Κερδύλλια σχηματίζοντας ένα μικρό δέλτα. Η περιορισμένη έκταση του δέλτα, οφείλεται στην επίδραση του κυματισμού και της κατά μήκος των ακτών διάχυσης των φερτών υλικών του ποταμού. Παλαιότερα οι εκβολές του βρισκόταν ανατολικότερα από τις σημερινές. 
    Οι κυριότεροι ελληνικοί παραπόταμοι του Στρυμόνα είναι ο Μπούτκοβας που ρέει στη μικρή κοιλάδα των Ποροϊων, ο Εξάβης που πηγάζει από το Κερδύλλιο, ο Κρουσοβίτης που πηγάζει από τον Όρβηλο και ο ξηροπόταμος που πηγάζει από το Μαυροβούνι. Η συνολική λεκάνη απορροής του Στρυμόνα έχει έκταση 16.550 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα οποία μόνο 6.027  βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος. Ο ποταμός είναι πλούσιος σε φερτές ύλες που προσχώνουν συνεχώς στην πεδιάδα των Σερρών και τη Λίμνη Κερκίνη. Υπολογίζεται ότι μεταφέρονται τουλάχιστον 4.000.000 τέσσερα εκατομμύρια  κυβικά μέτρα φερτών υλών ετησίως, σε μέση ετήσια απορροή 3,4 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Το πλάτος του ξεπερνάει τα 250 μέτρα, ενώ το βάθος του φτάνει τα 3 μέτρα. 
    Στο βουλγαρικό έδαφος υπάρχει ένα υδροηλεκτρικό φράγμα, ενώ στο ελληνικό έχουν ανεγερθεί αρκετά μικρά φράγματα που εκτός από αρδευτικούς σκοπούς προστατεύουν  από την ορμή των νερών τις υπάρχουσες γέφυρες, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την κυκλοφορία των ψαριών. Η κοιλάδα του Στρυμόνα αποτελεί τη μοναδική δίοδο επικοινωνίας της Βουλγαρίας με την  Ελλάδα και από αυτήν  διέρχεται η οδός  Θεσσαλονίκης – Σόφιας. 
    Τα πετρώματα της λεκάνης απορροής του είναι κυρίως μεταμορφωμένα αποτελούμενα από  γνεύσιους, σχιστόλιθους και μάρμαρα. Υπάρχουν επίσης εκρηξιγενή πετρώματα και μεταλλικά ιζηματογενή. Σε ορισμένες θέσεις της κοίτης του, υπάρχουν συγκεντρώσεις προσχωματικού χρυσού. 
    Στις όχθες του ποταμού υπάρχει ποικιλία υδρόβιας βλάστησης από θάμνους που δίνουν ομορφιά στον ποταμό. Επικρατούν οι λεύκες, οι ιτιές, οι ακακίες και τα πλατάνια. Στα νερά του ζουν αρκετά είδη ψαριών, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί ο κυπρίνος και σε πολύ μικρότερες ποσότητες, τα τσιρόνια, οι πέρκες, οι γουλιανοί και τα χέλια. Την πανίδα του οικοσυστήματος του ποταμού συμπληρώνει πλήθος ζώων και πουλιών που φωλιάζουν στις όχθες του και είναι άμεσα εξαρτημένα από αυτόν. 
    Ο ποταμός διασχίζει στο βουλγαρικό έδαφος αραιοκατοικημένες περιοχές, ενώ η στενή κοιλάδα του, δεν επιτρέπει την εκτεταμένη χρήση γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων. Έτσι, όταν εισέρχεται στην Ελλάδα έχει μηδενική ρύπανση. Στην  πεδιάδα των Σερρών επιβαρύνεται, όχι σε μεγάλο βαθμό πάντως από τη χρήση λιπασμάτων και από βιομηχανικά απόβλητα μικρών μονάδων της περιοχής.