AllDayGreece

Κατηγορία: Δήμος Σερρών

  • Λαογραφικό Μουσείο “Γερακίνα”

    Λαογραφικό Μουσείο “Γερακίνα”

    Στην περιοχή «Τσακαλάδες» όπου βρίσκεται το πηγάδι της «Γερακίνας», λειτουργεί το λαογραφικό Μουσείο της «Γερακίνας» το οποίο εγκαινιάστηκε το 2001.

    Μέσα στο χώρο του Μουσείου βρίσκεται αίθουσα προβολών και διάφορα άλλα εκθέματα όπως παραδοσιακές ενδυμασίες, αγροτικά εργαλεία, σκεύη καθημερινής χρήσης και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

     

    https://museumfinder.gr/listing/laografiko-mouseio-gerakinas/

  • Μουσείο Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου

    Μουσείο Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου

    Σε μια ανακαινισμένη πτέρυγα της Μονής, που λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, εκτίθενται παλαιά εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί για την επεξεργασία της ελιάς και την παραγωγή διαφόρων άλλων προϊόντων.


    Περισσότερα για τον Ναό

  • Μέλι Σερρών

    Μέλι Σερρών

    Το μέλι είναι η γλυκιά ρευστή θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες, το πρώτο γλυκό του κόσμου. Στην ελληνική μυθολογία το μέλι καταγράφεται ως εκλεκτή τροφή για θεούς και ημίθεους, ικανή να συντηρήσει από μόνη της κάθε οργανισμό, ενώ αποτελεί σύμβολο της αφθονίας και της ευφροσύνης. Στην αρχαία Ελλάδα το μέλι κατείχε ξεχωριστή θέση, καθότι αντιμετωπιζόταν σαν φυσικό και υγιεινό προϊόν, απαραίτητο στοιχείο της διατροφής, γεγονός που εκτιμάται μέχρι τις μέρες μας.
    Το γνήσιο «Μέλι Σερρών» αποτελεί την ψυχή, την πεμπτουσία των ανθέων της περιοχής της σερραϊκής φύσης.

    Η «Μελισσοκομική Σερρών» με πολύ μεράκι φροντίζει ώστε το σερραϊκό μέλι να φτάσει στο τραπέζι του καταναλωτή. Έχοντας ιδιαίτερη ευαισθησία και θέλοντας να εξασφαλίσει την άριστη ποιότητα των προϊόντων της, έχει εγκαταστήσει και εφαρμόζει Σύστημα Διαχείρισης Ασφάλειας των Τροφίμων ISO 22000, στους τομείς της παραγωγής, επεξεργασίας. Διαθέτει τα πιο σύγχρονα μηχανήματα κάνοντας όλες τις απαραίτητες αναλύσεις σε όλες τις φάσεις παραγωγής, από την παραλαβή του από τους μελισσοκόμους μέχρι και το τελικό προϊόν.

  • Μπουγάτσα Σερρών

    Μπουγάτσα Σερρών




    Η μπουγάτσα κυριάρχησε στην Ελλαδά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Ιδιαίτερα όμως πολιτογραφήθηκε ως Σερραία και Θεσσαλονικιά, καθώς στη Βόρεια Ελλάδα στεγάστηκε μεγάλος αριθμός προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Ετυμολογικά, η μπουγάτσα ή μπογάτσα είναι παραφθορά της οθωμανικής λέξης “πογάτσα” που σημαίνει πίτα με γέμιση από κρέμα, περιχυμένη με άχνη ζάχαρη ή πίτα με γέμιση τυρί. Όπως μας πληροφορούν τα οθωμανικά λεξικά η “πογάτσα” αποτελεί παραφθορά της ιταλικής λέξης “foccacia” που σημαίνει γλυκιά πίτα. Γνωστοί Πολίτες μπουγατσατζήδες που μετέφεραν την τέχνη στον ελλαδικό χώρο ήταν: στις Σέρρες, ο Διαμαντής Φεγγαριώτης από το Καράκιοι του Γαλατά, ο οποίος ίδρυσε και το ομώνυμο μαγαζί του στις Σέρρες, ο Σταύρος Σταυρίδης που ήταν ειδικός στα σχιστά τα λεγόμενα πεϊνιρλί, ο Κωσταντίνος Καρυοφύλλης, ο οποίος ξεκίνησε το 1919 να παρασκευάζει και να διακινεί ως πλανόδιος πωλητής μπουγάτσες και το 1947 ανοίγει το “Ανώτερον”.
    Στη διαδικασία παρασκευής της μπουγάτσας, σημαντικός παράγοντας είναι το τέλειο φύλλο για το οποίο απαιτείται αλεύρι και λάδι καλής ποιότητας. Το φύλλο της μπουγάτσας ανοίγεται στο χέρι και θέλει μεγάλη μαστοριά και μεράκι. Αφού πλάθεται η ζύμη, χωρίζεται σε μικρά στρογγυλά μπαλάκια, τα οποία αλείφονται με λάδι και αφήνονται μερικές ώρες για να φουσκώσουν και να διπλασιαστούν. Από ένα μικρό μπαλάκι ζύμης, ο τεχνίτης, χάρη στην ικανότητά του, δημιουργεί το τέλειο φύλλο. Πρώτα ανοίγει φύλλο στο μέγεθος της πίτας, αρχίζει να το πετάει στον αέρα σηκώνοντας το από τον πάγκο, 3-7 φορές για κάθε φύλλο, ώσπου να γίνει λεπτό και να πάρει τις επιθυμητές διαστάσεις.

    https://www.mpougatsaserron.gr/

  • Μουσείο Παλαιάς Μητρόπολης Σερρών

    Μουσείο Παλαιάς Μητρόπολης Σερρών

    Το Μουσείο της Παλαιάς Μητρόπολης Σερρών ιδρύθηκε με αφορμή την επαναλειτουργία του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων (Παλαιά Μητρόπολη) ως προσκυνηματικού ναού. Θεωρήθηκε τότε σκόπιμο να εκτεθούν σε κάποιο χώρο και τα βυζαντινά γλυπτά που προέρχονται από το ίδιο το μνημείο. Η έκθεση τελικά αναπτύχθηκε στο βόρειο πρόσκτισμα του μνημείου και στον αύλειο χώρο. Εκτέθηκαν διάφορα γλυπτά που ανήκαν άλλοτε στο γλυπτό διάκοσμο του ναού, καθώς και διάφορα επιτύμβια μνημεία. Στον αύλειο χώρο τακτοποιήθηκαν σε αναβαθμούς και στους τοίχους γλυπτά και επιγραφές διαφόρων εποχών που προέρχονται από την πόλη των Σερρών και την περιοχή της.

     

    https://archaeologicalmuseums.gr/el/museum/5df34af3deca5e2d79e8c1b5/museum-of-the-old-cathedral-of-serres

  • Κοιλάδα Αγίων Αναργύρων

    Κοιλάδα Αγίων Αναργύρων






    Η κοιλάδα των αγίων Αναργύρων βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στην Ακρόπολη των Σερρών και είναι αληθινός πνεύμονας για την πόλη. Τη γοητεία της εξοχικής αυτής θέσης αποτελεί το κατάφυτο, το χλοερό και τα πολλά δένδρα, καθώς και η πυκνή σκιά των πολύφυλλων και πλατύφυλλων γέρικων πλατανιών γύρω από τα νερά που διαρρέουν συνεχώς την κοιλάδα.
    Η φυσική ομορφιά του τοπίου έχει αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο με την κατασκευή τεχνητής λίμνης, κολυμβητηρίου, κλειστού γυμναστηρίου, ανοιχτού γηπέδου μπάσκετ και τένις καθώς και αναρίθμητων κέντρων αναψυχής, που προσφέρουν στιγμές πραγματικής απόλαυσης στους επισκέπτες.
    Την κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων διαρρέει ένας χείμαρρος, που η λεκάνη του εκτείνεται στον ορεινό όγκο του Λαϊλιά. Το ορεινό τμήμα του χειμάρρου εκτείνεται Βόρεια της γέφυρας του Τσέλιου, ανάμεσα στους δυο δρόμους Σερρών-Λαϊλιά και Σερρών-Βροντούς. Τα παλαιότερα χρόνια τα νερά του χειμάρρου ήταν πολύ περισσότερα από ότι σήμερα . Για να προστατεύεται η πόλη μας από τις πλημμύρες υπήρχε ανάχωμα και πιο έξω τοίχωμα κατά μήκος του ποταμού.
    Σήμερα τα νερά έχουν λιγοστέψει πάρα πολύ, σε σημείο που κάποια καλοκαίρια ο χείμαρρος είναι τελείως στεγνός.
    Το πλάτος της κοιλάδας κυμαίνεται από 1000 μέτρα μέχρι τη Χρυσοπηγή για να καταλήξει στις κορυφές του Λαϊλιά. Κατώτερο τμήμα της είναι ο Ελαιώνας και η πόλη των Σερρών, και το ψηλότερο τμήμα της είναι Άνω Ορεινής. Το υψόμετρό της είναι μεταξύ των 64 μ. (πόλη των Σερρών) και 1849 μ.(κορυφή του Αλί-Μπαμπά στο Λαϊλιά).
    Το 1978 άρχισε η αναβάθμιση της κοιλάδας των Αγίων Αναργύρων. Παράλληλα παρατηρείται η ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με τη δημιουργία πολλών ιδιωτικών καταστημάτων, κέντρων αναψυχής, καφετεριών. Από την άλλη μεριά ο Δήμος δημιουργεί τον θερινό κινηματογράφο, τους χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων και διαμορφώνει τους χώρους στο βάθος της κοιλάδας. Έτσι βλέπουμε πως σιγά σιγά δημιουργείται η σημερινή εικόνα του χώρου αυτού.
    Η κοιλάδα έχει έκταση 110 στρεμμάτων και είναι η πιο οργανωμένη από τους χώρους αναψυχής του Δήμου.
    Σύμφωνα με έρευνα που έκανε το τμήμα Δασολογίας του Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης (Α.Π.Θ) η συντριπτική πλειοψηφία των δημοτών του Δήμου Σερρών (90,6 %), απαντώντας στην ερώτηση: «ποιοι είναι οι χώροι αστικού πρασίνου», είπε την Κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων. Στην κοιλάδα επίσης βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίων Αναργύρων που κατασκευάστηκε το 1817. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από πυρκαγιά και ξαναχτίστηκε. Η εικονογράφησή του τελείωσε το 1867 με τις διάφορες αγιογραφίες να είναι απευθείας ζωγραφισμένες στους τοίχους. Το 1913 ο ναός γλίτωσε από την καταστροφή.

    Στην κοιλάδα υπάρχουν και λειτουργούν : Α)αρκετές αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως το εθνικό κολυμβητήριο, το κλειστό γυμναστήριο, το γήπεδο τένις, γήπεδα μπάσκετ, γήπεδα βόλεϊ και γήπεδο ποδοσφαίρου για μικρά παιδιά, Β) αρκετά μαγαζιά νυχτερινής διασκέδασης,  Γ) αναψυκτήριο του Δήμου και καφετέριες, και Δ) θερινός δημοτικός κινηματογράφος.
    Επίσης, στην κοιλάδα υπάρχουν παγκάκια, για να κάθονται και να απολαμβάνουν τις φυσικές ομορφιές της περιοχής οι επισκέπτες, ξύλινες πανέμορφες γέφυρες, και μετά το δημοτικό αναψυκτήριο, μεγάλα ξύλινα τραπέζια για τα πικ-νικ.

  • Ποταμός Στρυμόνας

    Ποταμός Στρυμόνας

    Ο ποταμός στρυμώνας είναι ποταμός της Βαλκανικής Χερσονήσου με μήκος 360 χιλιόμετρα, από τα οποία 242 βρίσκονται σε βουλγαρικό έδαφος και 118 σε ελληνικό. Στα βουλγάρικα ο ποταμός ονομάζεται Στρούμια, ενώ στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν γνωστός με την ονομασία Καρά-Σού. Στο ελληνικό έδαφος ο ποταμός ρέει αποκλειστικά στο έδαφος του νομού Σερρών και μαζί με τον Αγγίτη, που είναι ο κυριότερος ελληνικός παραπόταμος του, ανήκουν στην υδρογραφική λεκάνη της ανατολικής Μακεδονίας. Πηγάζει από το όρος Βίταζα, νοτιοδυτικά της Σόφιας σε υψόμετρο 2.200μ. Ρέει νότια, αρχικά πολύ ορμητικός μέσα από χαράδρες, ενώ στη συνέχεια σχηματίζει μια εύφορη κοιλάδα ανάμεσα στα όρη Ρούγιεν και Ρίλα, ενώ νοτιότερα διανοίγει μια δίοδο ανάμεσα στα όρη Μάλες και Πιρίν. Λίγο πριν την είσοδό του στο ελληνικό έδαφος δέχεται τα νερά του σημαντικότερου παραπόταμου, του Στρούμιτσα που πηγάζει από το όρος Πλακοβίτσα στο νοτιοανατολικό άκρο της Γιουγκοσλαβίας. 

    Στην Ελλάδα εισέρχεται δυτικά του χωριού Προμαχώνας, δια μέσου των στενών της Κούλας ή του Ρούπελ, που ο ίδιος έχει διανοίξει ανάμεσα στις οροσειρές της Κερκίνης (Μπέλες) και του Όρβηλου (Αγκίστρου). Στο σημείο αυτό λόγω της απότομης αλλαγής της κλίσης του εδάφους, ο ποταμός χάνει την ορμητικότητα του και χωρίζεται σε δύο κύριους κλάδους. Ο δυτικός κλάδος εισέρχεται στη Λίμνη Κερκίνη και υπερχειλίζει στη νότια πλευρά της. Στη συνέχεια ρέει προς τα νοτιοανατολικά μέχρι το σημείο που ενώνεται με τον ανατολικό μεγαλύτερο κλάδο και σχηματίζουν ενιαία κοίτη κοντά στο χωριό Λιθοτόπος. Από το σημείο αυτό και σε μήκος 50 χιλιομέτρων μέχρι τη συμβολή του με τον Αγγίτη, η κοίτη του Στρυμόνα είναι τεχνητή, με αναχώματα και αρδευτικά κανάλια. H τεχνητή αυτή κοίτη κρίθηκε απαραίτητη, επειδή η αβαθής φυσική κοίτη υπήρξε στο παρελθόν αιτία εκτεταμένων καταστροφών από πλημμύρες. Τα αρδευτικά κανάλια αφαιρούν τον πλεονάζοντα όγκο νερού και ταυτόχρονα γονιμοποιούν την πεδιάδα. Ο Στρυμόνας συμβάλλει με τον Αγγίτη ο οποίος πηγάζει στις νότιες παρυφές του Φαλακρού ΄Όρους, 5 χιλιόμετρα πριν τις εκβολές του. Στην θέση αυτή υπήρχε η αποξηραμένη σήμερα Λίμνη του Αχινού. Τέλος, ο Στρυμόνας διέρχεται ανάμεσα στα όρη Κερδύλλιο και Παγγαίο και εκβάλλει στον Στρυμονικό ανάμεσα στα όρη Κερδύλλιο και Παγγαίο και εκβάλλει στον Στρυμονικό κόλπο, ανατολικά του χωριού Ν Κερδύλλια σχηματίζοντας ένα μικρό δέλτα. Η περιορισμένη έκταση του δέλτα, οφείλεται στην επίδραση του κυματισμού και της κατά μήκος των ακτών διάχυσης των φερτών υλικών του ποταμού. Παλαιότερα οι εκβολές του βρισκόταν ανατολικότερα από τις σημερινές. 
    Οι κυριότεροι ελληνικοί παραπόταμοι του Στρυμόνα είναι ο Μπούτκοβας που ρέει στη μικρή κοιλάδα των Ποροϊων, ο Εξάβης που πηγάζει από το Κερδύλλιο, ο Κρουσοβίτης που πηγάζει από τον Όρβηλο και ο ξηροπόταμος που πηγάζει από το Μαυροβούνι. Η συνολική λεκάνη απορροής του Στρυμόνα έχει έκταση 16.550 τετραγωνικά χιλιόμετρα, από τα οποία μόνο 6.027  βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος. Ο ποταμός είναι πλούσιος σε φερτές ύλες που προσχώνουν συνεχώς στην πεδιάδα των Σερρών και τη Λίμνη Κερκίνη. Υπολογίζεται ότι μεταφέρονται τουλάχιστον 4.000.000 τέσσερα εκατομμύρια  κυβικά μέτρα φερτών υλών ετησίως, σε μέση ετήσια απορροή 3,4 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Το πλάτος του ξεπερνάει τα 250 μέτρα, ενώ το βάθος του φτάνει τα 3 μέτρα. 
    Στο βουλγαρικό έδαφος υπάρχει ένα υδροηλεκτρικό φράγμα, ενώ στο ελληνικό έχουν ανεγερθεί αρκετά μικρά φράγματα που εκτός από αρδευτικούς σκοπούς προστατεύουν  από την ορμή των νερών τις υπάρχουσες γέφυρες, χωρίς όμως να παρεμποδίζουν την κυκλοφορία των ψαριών. Η κοιλάδα του Στρυμόνα αποτελεί τη μοναδική δίοδο επικοινωνίας της Βουλγαρίας με την  Ελλάδα και από αυτήν  διέρχεται η οδός  Θεσσαλονίκης – Σόφιας. 
    Τα πετρώματα της λεκάνης απορροής του είναι κυρίως μεταμορφωμένα αποτελούμενα από  γνεύσιους, σχιστόλιθους και μάρμαρα. Υπάρχουν επίσης εκρηξιγενή πετρώματα και μεταλλικά ιζηματογενή. Σε ορισμένες θέσεις της κοίτης του, υπάρχουν συγκεντρώσεις προσχωματικού χρυσού. 
    Στις όχθες του ποταμού υπάρχει ποικιλία υδρόβιας βλάστησης από θάμνους που δίνουν ομορφιά στον ποταμό. Επικρατούν οι λεύκες, οι ιτιές, οι ακακίες και τα πλατάνια. Στα νερά του ζουν αρκετά είδη ψαριών, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί ο κυπρίνος και σε πολύ μικρότερες ποσότητες, τα τσιρόνια, οι πέρκες, οι γουλιανοί και τα χέλια. Την πανίδα του οικοσυστήματος του ποταμού συμπληρώνει πλήθος ζώων και πουλιών που φωλιάζουν στις όχθες του και είναι άμεσα εξαρτημένα από αυτόν. 
    Ο ποταμός διασχίζει στο βουλγαρικό έδαφος αραιοκατοικημένες περιοχές, ενώ η στενή κοιλάδα του, δεν επιτρέπει την εκτεταμένη χρήση γεωργικών φαρμάκων και λιπασμάτων. Έτσι, όταν εισέρχεται στην Ελλάδα έχει μηδενική ρύπανση. Στην  πεδιάδα των Σερρών επιβαρύνεται, όχι σε μεγάλο βαθμό πάντως από τη χρήση λιπασμάτων και από βιομηχανικά απόβλητα μικρών μονάδων της περιοχής.

  • Μπεζεστένι

    Μπεζεστένι

    Το Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών στεγάζεται από το 1970 στο Μπεζεστένι (κλειστή στεγασμένη αγορά) του β’ μισού του 15ου αιώνα, που βρίσκεται στο σημερινό κέντρο της πόλης. Χτίστηκε κατά το πρότυπο των βυζαντινών αγορών και το όνομα του σημαίνει αγορά υφασμάτων. Σήμερα στην Ελλάδα σώζονται δύο μόνο Μπεζεστένια, της Θεσσαλονίκης και αυτό των Σερρών.  Στο εσωτερικό του μουσείου εκτίθενται ευρήματα, από τη Μέση και Ύστερη Νεολιθική εποχή, Πρώιμη και Ύστερη εποχή του Χαλκού (αγγεία, πήλινα ειδώλια), από τον 4ο έως και 6ο -7ο π.Χ, τους Ρωμαϊκούς χρόνους και την Ελληνιστική και Βυζαντινή εποχή. Για πρώτη φορά, τη 1η  Οκτωβρίου 1970, λειτούργησε στην τρισχιλιετή ακριτική πόλη των Σερρών αρχαιολογικό Μουσείο. Το γεγονός αυτό είχε και έχει ιδιαίτερη σημασία, για τον νομό Σερρών, διότι άρχισε επιτέλους να προβάλλεται αρχαιολογικά. 
    Το μπεζεστένι είναι ένα θαυμάσιο τουρκικό ορθογώνιο κτίριο με εξωτερικές διαστάσεις  31,45 Χ 20,60 μέτρα. Παρουσιάζει άριστη αρχιτεκτονική γραμμή εξωτερικά και εσωτερικά. Καλύπτεται από έξι σφαιρικούς τυφλούς τρούλους. Έχει τέσσερις πόρτες, μια σε κάθε μια από τις τέσσερις πλευρές του, οι οποίες είναι καλυμμένες με σίδηρο. Αριστοτεχνική είναι η κλιμάκωση των   τοίχων μέσα και έξω με  τη συναρμολόγηση λίθων και κεραμιδιών.  Το εσωτερικό δίνει εντύπωση χώρου αρχαιολογικού Μουσείου στον επισκέπτη με τα τεθλασμένα του τόξα που στηρίζονται στους δύο μεγάλους τετραγωνικούς στύλους διαστάσεων 3,17 Χ 3,18, με τη συναρμολόγηση των κεραμιδιών και των κροκάλων, με τα ανακουφιστικά τόξα και τις διάφορες ζώνες από ανάγλυφες παραστάσεις ανθεμίων. 
    Πολλοί αρχιτέκτονες και ιστορικοί το θεωρούν και το εγκωμιάζουν ως το καλύτερο  των Οθωμανικών Μπεζεστενίων. Ο τούρκος περιηγητής Ελβιγιά  Τζελεπής, τον 17ο αιώνα, στο “οδοιπορικό” του το χαρακτηρίζει “ως θαυμάσιο λιθόκτιστο μολυβδοσκέπαστο κτίριο”. Χαρακτηρίζεται ως το μοναδικό στον τύπο αυτό Μπεζεστένι στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Είναι από τα  πρώτα οικοδομήματα της Τουρκοκρατίας στις Σέρρες. Θέλησαν πολλές φορές, μετά την απελευθέρωση της πόλεως των Σερρών, να το γκρεμίσουν για να διευρύνουν την πλατεία Ελευθερίας ή να το οικοπεδοποιήσουν, αλλά διασώθηκε λόγω της αρχιτεκτονικής του αξίας με τις προσπάθειες της αρχαιολόγου Αναστασίου Ορλάνδου. Ανακηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 1938. Συντηρήθηκε κατ’ επανάληψη. Το 1938 έκλεισαν τα κάτω παράθυρα και το 1955 έστρωσαν το δάπεδο με πλάκες. Το 1968 τοποθέτησαν κεραμίδια στη στέγη, διότι κατα τη Βουλγαρική κατοχή αφαιρέθηκε το μολύβι. Το 1969 -70, η έφορος αρχαιοτήτων  Καβάλας κ. Χάϊδω Κουκούλη, με βοηθό  τον υποφαινόμενο, τότε έκτακτο επιμελητή αρχαιοτήτων Σερρών, εργάστηκαν επί ένα και πλέον χρόνο για την  έναρξη της λειτουργίας του αρχαιολογικού Μουσείου. Συγκέντρωσαν απ’ όλο το Νομό Σερρών  τα διασκορπισμένα  αρχαιολογικά αντικείμενα, τα οποία αφού καθαρίστηκαν  και συγκολλήθηκαν από ειδικούς τεχνίτες, τοποθετήθηκαν για πρώτη φορά στην  έκθεση του μουσείου. Αργότερα, το 1973 η επιμελήτρια των Βυζαντινών αρχαιοτήτων κ. Ελπίδα Κουρκουτίδου-Νικολαΐδου μετέφερε από τον Παλαιό Μητροπολιτικό Ναό Σερρών των Αγίων Θεοδώρων, τις φυλασσόμενες εκεί Βυζαντινές αρχαιότητες και δημιούργησε στη βορειοδυτική γωνία του μπεζεστενίου τμήμα εκθεμάτων Βυζαντινών αρχαιοτήτων. Με την ίδρυση του  Μουσείου Αμφιπόλεως, πολλά αρχαιολογικά εκθέματα προερχόμενα από την περιοχή εκείνη  μεταφέρθηκαν στο εκεί νεοσύστατο Μουσείο.
    Τα περισσότερα κλασσικά και βυζαντινά εκθέματα του Μουσείου είναι λίθινα. Μερικά είναι πήλινα και ελάχιστα χάλκινα και είναι τοποθετημένα σε γυάλινες προθήκες.

  • Ακανές Σερρών

    Ακανές Σερρών

    Ο ακανές είναι το κατ’ εξοχήν παραδοσιακό γλυκό των Σερρών. Οπτικά μοιάζει με ένα μικρό λουκούμι. Η διαφορά είναι η γεύση του φρέσκου βουτύρου και το καλοψημένο αμύγδαλο.

    Η ιστορία του ακανέ στις Σέρρες ξεκινά επί Τουρκοκρατίας, όταν οι Μπέηδες έκαναν τις καλοκαιρινές διακοπές τους στο Λαϊλιά Σερρών. Η παρασκευή του γινόταν με τις τεχνικές της εποχής: μέσα σε μεγάλα καζάνια έβραζαν ρετσέλια και πετιμέζια με νερό από την πηγή του Λαϊλιά. Γι’ αυτό μάλιστα έμεινε και η ονομασία “Ακανές Λαϊλιά Σερρών”. Λέγεται ότι το νερό του Λαϊλιά, καθότι ήταν δροσερό και ελαφρύτερο, ήταν το βασικότερο συστατικό και αυτό που έδινε όλη τη νοστιμιά στον ακανέ. Τα πετιμέζια και τα ρετσέλια αντικαταστάθηκαν με χυμό ζαχαροκάλαμου και νισεστέ. Σήμερα, αντί ζαχαροκάλαμου χρησιμοποιείται η ζάχαρη. Το παραπάνω μίγμα, αφού γινόταν πηχτό, πρόσθεταν φρέσκο βούτυρο και στο τέλος ξηρούς καρπούς. Κατά τη διαδικασία παρασκευής, επειδή χρειαζόταν πολύωρο ανακάτεμα, βρισκόταν πάντα εκεί ένας δούλος και ανακάτευε το μίγμα με μία ξύλινη κουτάλα. Όταν κρύωνε, το πηχτό αυτό μίγμα το έκοβαν σε μικρά κομμάτια και το σέρβιραν για γλυκό. Η βασική σύνθεση σήμερα του ακανέ είναι: ζάχαρη, βούτυρο, άμυλο, αμύγδαλα και άμυλο αραβοσίτου.
    Σήμερα κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά από που προήλθε η ονομασία ακανές. Η ιστορία του χάνεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας και ίσως μαζί της χάθηκε και η ιστορία προέλευσης του ονόματός του. Βάσιμη ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά όμως υπάρχει μία εκδοχή που ίσως να πλησιάζει περισσότερο την πραγματικότητα. Η λέξη “ακανές” προήλθε, όπως λένε, από τη λέξη “ανακατεύω”, γιατί το μίγμα χρειάζεται πολύωρο ανακάτεμα και από το κατάφαση “ναι”, που έλεγαν πάντα οι δούλοι, οι οποίοι ήταν αυτοί που ανακάτευαν το μίγμα. Μετά την απελευθέρωση το 1913 από τους Βούλγαρους, οι δούλοι έγιναν μαστόρια και παρασκεύαζαν αυτό το γλυκό στην πόλη. Σήμερα, στην πόλη των Σερρών υπάρχουν τέσσερις επιχειρήσεις που παρασκευάζουν τον παραδοσιακό ακανέ.

  • Τουλουμπάκι Σερρών

    Τουλουμπάκι Σερρών

    Η τουλούμπα και το τουλουμπάκι παρασκευάζεται εδώ και 25 χρόνια στην πόλη των Σερρών. Αν και δεν είναι καθαρά παραδοσιακό γλυκό των Σερρών, η γεύση και ο τρόπος παρασκευής του είναι μοναδικός στην Ελλάδα.
    Η ζύμη γίνεται με αλεύρι, αυγά και νερό. Με μια ειδική τεχνική τηγανίζεται στο βραστό λάδι και αμέσως μετά βυθίζεται σε σιρόπι. Είναι διαθέσιμα σε διάφορες γεύσεις, με διαφορετικές επικαλύψεις (σοκολάτα, αμύγδαλα, κ.ά.) σε όλα τα ζαχαροπλαστεία της πόλης.