AllDayGreece

Κατηγορία: Δήμος Αμφίπολης

  • Nέα Κερδύλια

    Nέα Κερδύλια










    Ιστορική Αναδρομή

    Πρωί, Παρασκευή 17 Οκτωβρίου, δύο λόχοι Γερμανών, μαζί με τους κρατούμενους στο Σταυρό Κερδυλιώτες, με πλήρη οπλισμό ανεβαίνουν στις θέσεις Στόβολο και Λειβάδια, και περικυκλώνουν αντίστοιχα τα Άνω και Κάτω Κερδύλια. Γύρω στις 8.00π.μ., οι Γερμανοί συγκεντρώνουν με τη βία όλους τους κατοίκους, γυναίκες και άνδρες, άρρωστους και ανήμπορους ηλικιωμένους, του πάνω και κάτω χωριού στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες αντίστοιχα, σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων μεταξύ τους αλλά χωρίς οπτική επαφή.

    Διατάσσουν τις γυναίκες να βγάλουν έξω από τα σπίτια τους ότι πολυτιμότερο είχαν και απωθούν βίαια τα γυναικόπαιδα στις γύρω χαράδρες με κατεύθυνση προς το γειτονικό χωριό Καστρί, όπου φρουρούνται από ένοπλους Γερμανούς μέχρι να τελειώσει η εκτέλεση. Στη συνέχεια λεηλατούν το χωριό, συγκεντρώνουν όλα τα ζώα τα οποία οδηγούν έξω από το χωριό και ραντίζουν με εύφλεκτη σκόνη τα σπίτια.

    Ακολουθεί έλεγχος των συγκεντρωμένων κατοίκων από τις ονομαστικές καταστάσεις της Κοινότητας. Τον έλεγχο στα Άνω Κερδύλια έκανε ο Αντιπρόεδρος Γεώργιος Πατσιάς (ο πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής έλειπε στη Θεσσαλονίκη) τον οποίο στο τέλος οι Γερμανοί πέταξαν βίαια από το υπερυψωμένο σημείο που βρισκόταν, στο κέντρο της συγκέντρωσης.

    Κάτι ανάλογο συνέβη και στα Κάτω Κερδύλια. Από τους συγκεντρωμένους εξαιρούνται ορισμένοι κάτοικοι παπάδες και δημόσιοι υπάλληλοι, που θεωρήθηκαν δικαιολογημένα κάτοικοι των χωριών. Επέζησαν από τους συγκεντρωμένους από τα Κάτω Κερδύλια ο Θεοδόσιος Βάγιος και από τα Άνω ο Παναγιώτης Τσιάγκας και Βασίλειος Σαμαράς.

    Τελευταίοι στις συγκεντρώσεις εντάσσονται και οι Κερδυλιώτες που ήταν κρατούμενοι στο Σταυρό. Οι Γερμανοί βγάζουν από τους συγκεντρωμένους 16 ηλικιωμένους από τα Άνω Κερδύλια και 7 από τα Κάτω, τους οποίους κλείνουν στο κοινοτικό κατάστημα, όπου κινδύνευσαν να καούν ζωντανοί από τη γενική πυρπόληση που ακολούθησε. Αυτοί οι ανήμποροι γέροι θα υποχρεώνονταν στη συνέχεια να θάψουν τα σκοτωμένα παιδιά τους.

    Στους χώρους των συγκεντρώσεων οι κάτοικοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα πολυβόλα και τους παρατεταγμένους στρατιώτες. Η ρίψη μιας κόκκινης φωτοβολίδας δίνει το σύνθημα για την έναρξη της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θερίζουν τους συγκεντρωμένους κατοίκους και οι γειτονικές πλαγιές σείονται από τον κρότο των πολυβόλων. Τα γυναικόπαιδα στο άκουσμα των πολυβόλων γυρνούν πίσω και τρέχουν προς την κατεύθυνση των συγκεντρωμένων. Η εικόνα είναι φρικιαστική. 235 κάτοικοι, 130 από τα Άνω Κερδύλια, 80 από τα Κάτω Κερδύλια και γύρω στους 25 από άλλα χωριά, κείτονται νεκροί. Οι Γερμανοί με βιαιότητα αποτελειώνουν έναν προς έναν τους τραυματισμένους και πυρπολούν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

    Αυτοί που απομένουν είναι παιδιά μέχρι 15 χρονών, γυναίκες και ανήμποροι γέροι. Αυτοί θα αναλάβουν το οδυνηρό χρέος της ταφής των δικών τους σε αβαθείς τάφους και προσωρινά σκέπαστρα για να προφυλάξουν τα πτώματα από τα σκυλιά και τα αγρίμια.

    Γύρω μόνο ερείπια. Οι Γερμανοί γκρέμισαν έως και τις παράγκες, απέμειναν όρθιες μόνο οι εκκλησίες των χωριών.

    Οι  κάτοικοι αναζητούν καταφύγιο στα γύρω χωριά, κυρίως στην Ευκαρπία και στο Καστρί.

    Ακολουθεί η σκληρή δοκιμασία της επιβίωσης. Η φτώχεια, η πείνα, και η ερήμωση. Πολλά ανήλικα παιδιά χάνουν τη ζωή τους από την πείνα. Το 1950 όλες μαζί οι χήρες και τα ορφανά, και από τα δύο χωριά, εγκαθίστανται σε χώρο κοντά στα κατεστραμμένα και χτίζουν από την αρχή το καινούργιο χωριό που το ονομάζουν Νέα Κερδύλια.

    Σήμερα στη θέση των δύο χωριών, υπάρχουν μόνο σημεία ερειπίων, Σώζονται ύστερα από αναπαλαίωση στα Άνω Κερδύλια  η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων και στα Κάτω Κεδρύλια η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Στα Κάτω Κεδρύλια υπάρχει και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το Δημοτικό Σχολείο του χωριού.












    Τα Κερδύλια σήμερα

    Στους τόπους εκτέλεσης το 1950 έγιναν δύο μικρά κοινοταφία και το 1978 με χρηματοδότηση της πολιτείας κτίστηκε στη διασταύρωση των Άνω και Κάτω Κερδυλίων, μνημείο προς τιμήν των θυμάτων της σφαγής, όπου κάθε χρόνο τελείται μνημόσυνο. Με το Προεδρικό Διάταγμα 399/7-12-1998 (ΦΕΚ 277/Α/16-12-1998) η Κοινότητα Νέων Κερδυλίων χαρακτηρίστηκε Μαρτυρική για το Ολοκαύτωμα το οποίο υπέστη την περίοδο της Κατοχής.

    Σήμερα, ένα μνημείο “Σύμβολο Θυσίας” με υψωμένο ένα μεγάλο μαρμάρινο σταυρό θυμίζει σε όλους την ημέρα της 17ης Οκτωβρίου.

    Τα νέα Κερδύλια έχουν 800 κατοίκους περίπου, βρίσκονται νοτιοανατολικά του νομού και απέχουν 65 χλμ. από τις Σέρρες και 50 χλμ. από τη Νιγρίτα.

    Τα Κερδύλλια είναι μια ιστορική και ηρωική κοινότητα κοντά στις εκβολές του ποταμού Στρυμώνα και είναι η μόνη του νομού Σερρών που βρέχεται από θάλασσα. Την νέα του ονομασία την πήρε από το όρος Κερδϋλιον που αποτελεί μέρος της οροσειράς των Κερδυλίων.

    Σήμερα είναι μια όμορφη και οικονομικά ανθούσα κοινότητα που παρέχει αρκετές ευκαιρίες στου κατοίκους της, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι αγρότες, κτηνοτρόφοι, ψαράδες ενώ μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο και τον τουρισμό που ανεβαίνει πολύ το καλοκαίρι.

  • Δήμος Αμφίπολης

    Δήμος Αμφίπολης

    Η Αμφίπολη ήταν αρχαία πόλη χτισμένη στην ανατολική Μακεδονία, στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα, στη θέση πόλης που παλαιότερα ονομαζόταν Εννέα Οδοί. Σήμερα στην περιοχή αυτή βρίσκεται ο οικισμός της Αμφίπολης. Παρόλο του μικρού μεγέθους του, ο οικισμός έχει μεγάλη ιστορία και αρκετά αξιοθέατα συμπεριλαμβανομένου του Αρχαιολογικού Μουσείου Αμφίπολης.
    Η Αμφίπολη ήταν χτισμένη σε ύψος 154 μ. σε ένα φυσικό οχυρό λόφο, από τους  τελευταίους που κλείνουν το Παγγαίο.  Ολόγυρα η θέα είναι μαγευτική.  Στο βάθος  ξεχωρίζει η θάλασσα  η λυγερή γραμμή της Θάσου και ο κωνικός όγκος του Αγίου Ορους. Στα βορινά απλώνεται η πεδιάδα των Σερρών με τα βουνά της  στο βάθος, ανατολικά  ο επιβλητικός  όγκος  του Παγγαίου  με τις  χιονοσκέπαστες πλαγιές  των Κερδυλλίων.  Μεγάλο μέρος  του λόφου , όπου ήταν χτισμένη η πόλη,  το «ρείθρο του αγνού Στρυμόνος».
    Ολόκληρος αυτός ο χώρος ξυπνάει ατέλειωτες μνήμες από την αρχαιότητα.  Η Αρχαία Αμφίπολη σήμερα είναι χώρος που μπορούν να επισκεφτούν κάτοικοι της πόλης των Σερρών και άλλων περιοχών της  Ελλάδας.
    Το Μουσείο της Αμφίπολης βρίσκεται σε απόσταση 65 χιλιόμετρων από την πόλη των Σερρών.
    Ανήκει στην εδαφική αρμοδιότητα του Δήμου Αμφίπολης και είναι κτισμένο πάνω στα ερείπια
    της  αρχαίας Αμφίπολης. Είναι τόση η υποβλητικότητα και η μεγαλοπρέπεια του χώρου ώστε
    δέος και έκσταση κυριεύει τον κάθε επισκέπτη. Το Μουσείο καίτοι δεν είναι μεγάλο, είναι ωστόσο
    ένα από τα πιο σημαντικά της Χώρας.
    Το Μουσείο Αμφίπολης στεγάζει μνημεία της ιστορίας και του πολιτισμού της Αμφίπολης των
    Αρχαίων και των Χριστιανικών χρόνων. Στους εκθεσιακούς τους χώρους συνοψίζεται η πολιτιστική
    ιστορία της Αμφίπολης από τους  Προϊστορικούς ως τους Ύστερους Βυζαντινούς Χρόνους και
    στις αποθήκες και στα εργαστήριά του εξασφαλίζεται η στέγαση και πραγματοποιείται η συντήρηση
    και η μελέτη των ευρημάτων που οι αρχαιολογικές ανασκαφές  φέρνουν στο φως.
    Το κτίριο του Μουσείου περιλαμβάνει  ευρύχωρες αίθουσες με κατάλληλο φωτισμό, στις οποίες η
    έκθεση των έργων έγινε με επιστημονικά αλλά  και αισθητικά κριτήρια.

    Οι πρώτοι που επιχείρησαν να αποικίσουν την περιοχή ήταν οι Αθηναίοι τον 5ο αιώνα π.Χ., λόγο της άμεσης πρόσβασης σε σημαντικές πρώτες ύλες, όπως ο χρυσός και ο άργυρος του Παγγαίου και τα πυκνά δάση της περιοχής. Η πρώτη απόπειρα, το 465 π.Χ., απέτυχε. Θράκες πελταστές συνέτριψαν στον Δραβήσκο την οπλιτική φάλαγγα 2.500-3.000 Αθηναίων αποίκων της πόλης των Εννέα Οδών, οι οποίοι προχωρούσαν στη θρακική ενδοχώρα με σκοπό την κατάληψη των προσοδοφόρων χρυσωρυχείων της. Η Αθήνα επανήλθε την εποχή του Περικλή, το 437 π.Χ., ιδρύοντας την Αμφίπολη. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη η πόλη ονομάστηκε έτσι επειδή ο ποταμός Στρυμόνας ρέει γύρω από την πόλη περιβάλλοντας τη, αλλά για την ετυμολογία υπάρχουν και άλλες θεωρίες. Η Αμφίπολη έγινε η κύρια βάση των Αθηναίων στη Θράκη και στόχος των Σπαρτιατών.

    Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την πόλη. Για τη σωτηρία της πόλης στάλθηκε από τους Αθηναίους μία αποστολή υπό την ηγεσία του Θουκυδίδη (του μετέπειτα ιστορικού). Η αποστολή απέτυχε, γεγονός που οδήγησε τον Θουκυδίδη στην εξορία. Στη συνέχεια στάλθηκε ο Κλέων ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη μάχη της Αμφίπολης, μίας σφοδρής σύγκρουσης στην οποία βρήκε τον θάνατο και ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας. Με την Ειρήνη του Νικία (ή Νικίειο ειρήνη), η Σπάρτη δεσμευόταν να αποδώσει την Αμφίπολη στην Αθήνα, κάτι που δεν έγινε και αποτέλεσε σημείο νέων τριβών και ένα από τα θέματα που στάθηκαν αιτία να παραβιαστεί η ειρήνη και να ξαναρχίσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος. Οι Αθηναίοι δεν κατάφεραν να ανακαταλάβουν την πόλη ξανά παρά τις πολλές απόπειρες που έκαναν τα επόμενα χρόνια. Η τελευταία απόπειρα των Αθηναίων ήταν το 358 π.Χ., η οποία δεν είχε αίσια έκβαση γι’ αυτούς, και έναν χρόνο μετά η πόλη καταλήφθηκε από τον Φίλιππο και έγινε μέρος του Βασιλείου των Μακεδόνων. Ο Φίλιππος φρόντισε να μεταφέρει εκεί μεγάλο αριθμό υπηκόων του για να αλλάξει τη σύσταση του πληθυσμού προς όφελός του.

    Το όνομά της αρχαίας Αμφίπολης είναι δεμένο με τα ονόματα πολλών μεγάλων βασιλέων, στρατηγών, ναυάρχων, ιστορικών και πολιτικών. Ο Φίλιππος, ο Μ. Αλέξανδρος, ο Βρασίδας, ο Κλέων, ο Θουκυδίδης, ο Τιμόθεος, ο Νέαρχος και πολλοί άλλοι σχετίζονται με  την πόλη.

    Την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Αμφίπολη και το επίνειό της στο Αιγαίο είχαν εξελιχθεί σε πολύ σημαντική ναυτική βάση των Μακεδόνων, και γενέτειρα τριών σημαντικών ναυάρχων, του Νέαρχου, του Αδροσθένη και του Λαοδέμοντα. Από εκεί ξεκίνησε και ο στόλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου για την Ασία.

    Μερικές από τις αρχαίες πόλεις που σημείωσαν αξιόλογη δράση στην αρχαία ιστορία, παρ’ όλες τις συμφορές, κατόρθωσαν να διατηρήσουν στο χώρο τους μερικά μνημεία, που αντικρίζοντας τα σήμερα ο στοχαστικός επισκέπτης ώρες πολλές μπορεί να αναπολεί τις μεγάλες στιγμές που γνώρισε ο κάθε τόπος. Δεν αξιώθηκαν όμως όλοι οι χώροι μια τέτοια τύχη.
    Σε  πολλές  περιπτώσεις, μονάχα το αρχαίο όνομα, κι αυτό συχνά παρεφθαρμένο, μένει μοναδική μαρτυρία μεγάλων γεγονότων, έντονων στιγμών μιας μακρινής εποχής. Κι ύστερα υπάρχει κι άλλη κατηγορία, η πιο κακότυχη. Εκεί που ούτε το τοπωνύμιο δε  διατηρήθηκε και τα πάντα τα έχει σκεπάσει η λησμονιά, κάτω από τα χώματα, που πυκνά και βαριά κάλυψαν κάθε ίχνος ζωής. Έτσι, μονάχα το τυχαίο εύρημα έχει τη δυνατότητα να στρέψει την προσοχή των  σημερινών ανθρώπων σε ότι διαδραματίσθηκε σε μερικούς χώρους πριν από πολλούς αιώνες και να μας πλησιάσει στην αλλοτινή ζωή και τη βαθύτερή της ουσία.

    Κατά την ελληνιστική εποχή, άποικοι από την πόλη ίδρυσαν, με προτροπή του Σελεύκου, μια ομώνυμη πόλη στις όχθες του Ευφράτη, επί της παλαιοτέρας αραμαϊκής Θαψάκου.

    Στην Κορμίστα υπάρχει η Μονή Εικοσιφοινίσσης με 25 μοναχές, η οποία ιδρύθηκε από τον Άγιο Γερμανό, στο δεύτερο μισό του 9ου ή στις αρχές του 10ου αιώνα.
    Στα βόρεια του χωριού Αγγίστα βρίσκεται η παλαιοχριστιανική εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου που είναι από τις παλαιότερες του νομού.
    Στις 17 Οκτωβρίου 1941, 230 κάτοικοι των χωριών Άνω Κερδύλια και Κάτω Κερδύλια εκτελούνται από τις δυνάμεις της Κατοχής. Εκδηλώσεις μνήμης τελούνται κάθε επέτειο της Σφαγής των Κερδυλίων στις 17 Οκτωβρίου κάθε έτους.

    Το 1912-13, Ελληνες  στρατιώτες  βρήκαν τη βάση και λίγα κομμάτια  από το πασίγνωστο σήμερα  Λιοντάρι της Αμφίπολης.
    Αργότερα  το 1961, Αγγλοι στρατιώτες, στρατοπεδευμένοι εκεί, βρήκαν πολλά κομμάτια του αγάλματος, και αρκετά άλλα αποκαλύφθηκαν το 1930 – 31 όταν έγιναν στον ίδιο χώρο έργα για τη διευθέτηση της κοίτης του Στρυμόνα.
    Η μελέτη Γάλλων και Αμερικανών επιστημόνων και τεχνικών  οδήγησε  στην αναστήλωση του Λέοντος το 1936-37. Υπάρχουν πολλές εκδοχές για τους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία αυτού του αξιοθαύμαστου μνημείου. Σύμφωνα με τον καθηγητή Αρραντόπουλο μετά από πρόταση του Περικλή (κατά το 437-436 π.Χ) ο Άγνωνας έστησε τον μαρμάρινο λέοντα σε ανάμνηση των μεγάλων θυσιών των Αθηναίων.
    Μια δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι το μνημείο στήθηκε προς τιμήν του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα. Μετά τις ανασκαφές του 1937 ο καθηγητής της αρχαιολογίας Oscar Broneer, υποστήριξε πως ο μαρμάρινος λέοντας στήθηκε προς τιμήν του Λαομέδοντος, εμπίστου συναγωνιστεί και συντρόφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
    Σύμφωνα με την εκδοχή του καθηγητή Λαζαρίδη είναι έργο του 4ου αιώνα π.Χ και δημιουργήθηκε προς τιμήν του Λεωσθένη ναυάρχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
    Τέλος, σύμφωνα με τον Σερραίο ιστορικό Γ.Καφταντζή η δημιουργία του μνημείου συνδέεται με το θάνατο σημαντικού προσώπου ή με πολύνεκρη μάχη μεταξύ των Αμφιπολιτών και του Φιλίππου Β’ το 356 π.Χ.
    Οι απόψεις των αρχαιολόγων για τη χρονολογία που συντελέσθη η καταστροφή του μνημείου διίστανται. Γίνεται αναφορά στο 422 π.Χ από τους υπό Βρασίδα ολιγαρχικούς που μισούσαν τους Αθηναίους. Αλλη εκδοχή αναφέρει ότι καταστράφηκε από τους Ερούλους το 267 π.Χ. Επίσης αναφορές γίνονται για το 365 π.Χ από τους Βησιγότθους, το 1185 από τους Νορμανδούς, το 1204 από τους Λατίνους και το 1206 από τους Βούλγαρους.
    Η δημιουργία Μουσείου στην περιοχή με σπάνια ευρύματα μαρτυρούν όλες της πτυχές της ιστορίας της Αρχαίας Αμφίπολης και της περιοχής της, που αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις όλων των εποχών, σε κάθε μορφή και δραστηριότητα ζωής.
    ΝΕΑ ΚΕΡΔΥΛΙΑ
    O ταξιδιώτης ακολουθώντας τη νότια διαδρομή φτάνει στα παράλια των Σερρών, στα Nέα Kερδύλια. Iδανικές για κολύμπι, κάμπινγκ, ξένοιαστες διακοπές, είναι όλες οι ακρογιαλιές του παράλιου αυτού τμήματος του νομού.
    Τα Κερδύλλια είναι μια ιστορική και ηρωική κοινότητα κοντά στις εκβολές του ποταμού Στρυμώνα και είναι η μόνη του νομού Σερρών που βρέχεται από θάλασσα Βρίσκεται πάνω στον εθνικό δρόμο Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρουπόλεως κι απέχει από τη Νιγρίτα 50 χλμ., από τις Σέρρες 70χλμ.Την νέα του ονομασία την πήρε από το όρος Κερδϋλιον που αποτελεί μέρος της οροσειράς των Κερδυλίων.
    Σήμερα είναι μια όμορφη και οικονομικά ανθούσα κοινότητα που παρέχει αρκετές ευκαιρίες στου κατοίκους της. Αριθμεί, 767 κατοίκους, αρκετοί από τους οποίους είναι αγρότες, κτηνοτρόφοι, ψαράδες ενώ μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο και τον τουρισμό που ανεβαίνει πολύ το καλοκαίρι.
    Σημείο αναφοράς της νεότερης ιστορίας της Αμφίπολης είναι το ολοκαύτωμα των Νέων Κερδυλλίων. Αφορά την σφαγή των κατοίκων των δυο χωριών, των Άνω Κερδυλλίων και Κάτω Κερδυλλίων, την πρώτη ομαδική εκτέλεση Ελλήνων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
    Σήμερα, ένα μνημείο “Σύμβολο Θυσίας” με υψωμένο ένα μεγάλο μαρμάρινο σταυρό θυμίζει σε όλους την ημέρα της 17ης Οκτωβρίου.
    Η Βυζαντινή ονομασία του χωριού ήταν Κρούσοβαι (σε πληθυντικό γιατί ήταν δύο χωριά το άνω και κάτω). Και τα δύο αυτά χωριά ήταν χτισμένα ψηλά πάνω στο Κερδύλιον όρος, όπου εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην περίοδο της τουρκοκρατίας, μέχρι και τον Οκτώβριο του 1941, οπότε πλήρωσαν τις φονικές διαθέσεις των κατακτητών.
    Το Κερδύλιον ήταν χωριό των Αργιλίων, γνωστό από το Θουκιδίδη. Βρισκόταν προς Β. της Αργίλου, σε τοποθεσία ψηλή και πανοραμική, του βουνού Βερτίσκος (σημερινό Κερδύλιο) πλάι στο Στρυμώνα και απέναντι ακριβώς απ’ την Αμφίπολη. Το ταυτίζουν με το κατασταμένο πια σήμερα από τους Γερμανούς (1941) χωριό Κάτω Κερδύλια που απέχει από την Αμφίπολη περίπου 2 χλμ.
    Στο Κερδύλιο αποδίνεται ένα μικρό χάλκινο νόμισμα που φέρνει την επιγραφή ΚΕΡ και εικονίζει από τη μια όψη κεφάλι Δήμητρας, από την άλλη σπυρί κριθαριού. Αν η απονομή γίνεται σωστά, σημαίνει πως το Κερδύλιο ένα διάστημα, ίσως μετά το 421 π.Χ. αποσπάστηκε από την Άργιλο και έγινε αυτόνομο.
    Η ονομασία Κερδύλιο είναι το πιθανότερο θρακική και ίσως σημαίνει χωριό ηρωικό, πολεμικό.

  • Ιερά Μονή Αναλήψεως Παγγαίου

    Ιερά Μονή Αναλήψεως Παγγαίου

    Επτά χλμ από την Κοινότητα Πρώτης και σε υψόμετρο 930 μ, στο Παγγαίο όρος με πανοραμική θέα στον κάμπο του Νομού, βρίσκεται το μοναστήρι της “Θείας Αναλήψεως”, με μεγάλη ιστορία και δράση. Εύκολα μπορεί να το επισκεφθεί και να το θαυμάσει ο κάθε πιστός, αφού απέχει μόνο 7 χλμ από την Πρώτη και συνδέεται με ασφαλτόδρομο.

    Παλαιό μετόχι της Ιεράς Μονής της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, ανασυστάθηκε το έτος 1979 στο ίδιο σημείο, που από τον 18ο αιώνα υπήρχε το ομώνυμο, ανδρικό όμως, μοναστήρι. Μεγάλη η προσφορά της Μονής στους Χριστιανούς της περιοχής. Αυτό ήταν η αιτία για τις επανειλημμένες κατά καιρούς καταστροφές, από τους Τούρκους και τους Βουλγάρους κατακτητές, που υπέστη, με μεγαλύτερες κατά τα έτη 1913, 1917 και 1944.

    Το “Καθολικό” της Μονής είναι μια σπάνια σταυροειδής ροτόντα, κτισμένη στον τύπο της Αγίας Ανάληψης του όρους των Ελαίων των Αγ. Τόπων. Στη Μονή φυλάσσονται τίμια λείψανα των Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, Αρσενίου του Καπαδόκου.

    Υπάρχει Ξενώνας μόνο για οργανωμένα γκρουπ. Σήμερα το Μοναστήρι έχει είκοσι μοναχές, που ασχολούνται με την αγιογραφία, ιεροραπτική, χρυσοκέντημα, πυρογραφία, κηροπλαστική. Γιορτάζει 40 μέρες μετά το Πάσχα (της Αναλήψεως).

  • Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής

    Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής

    Στα νότια του Ν. Σερρών, δυο χλμ από το χωριό Δόμηρος και πέντε χλμ από τους πρόποδες του Παγγαίου όρους, σε μια γραφική τοποθεσία, βρίσκεται η Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής.

    Το πότε και πώς ιδρύθηκε είναι άγνωστο, θεωρείται πάντως ένα από τα παλαιά Μοναστήρια της Ελλάδας. Κατά μία εκδοχή, δεδομένου ότι τα έγγραφα και οι κώδικες της Μονής καταστράφηκαν από διάφορους κατακτητές, θεωρείται ότι ήταν παλαιά μετόχι της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας. Είναι το πρώτο γυναικείο μοναστήρι στο χώρο της Μακεδονίας. Έχει βαθιές ρίζες με το κέντρο του Μοναχισμού της Ορθοδοξίας, το Άγιο Όρος. Σε ημερολόγιο της Μονής Ιβήρων, αναφέρεται ότι το 1345 ο Κράλλης της Σερβίας Στέφανος Δουσάν επικύρωσε τη Μονή στη Μονή Ιβήρων. Μέχρι τότε η Μονή ήταν ανδρική με πολλούς Μοναχούς.

    Το έτος 1924, με τον ξεριζωμό του Πόντου, έρχονται στη Μονή έξι Μοναχές από το Μοναστήρι Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στα Ίμαυρα του Πόντου. Η Μονή ήταν εντελώς ερειπωμένη. Το μόνο που υπήρχε ήταν το κτίριο του ναού και μερικές εικόνες. Οι Μοναχές μετέφεραν στη νέα πατρίδα ό,τι μπόρεσαν από τον πλούτο των κειμηλίων της Ιεράς Μονής Προδρόμου (τις περισσότερες εικόνες του τέμπλου, Ιερά σκεύη, Ευαγγέλια, Άγια Λείψανα κ.λ.π.) Από εκεί και πέρα το Μοναστήρι άρχισε να ανοικοδομείται. Τη σημερινή του μορφή οφείλει στις υπεράνθρωπες προσπάθειες της τωρινής Ηγουμένης, που από το 1988 μετέτρεψε τη Μονή σε πραγματικό εργοτάξιο. Σήμερα μονάζουν στη Μονή έντεκα Μοναχές που ασχολούνται με αγιογραφία, εργόχειρο κ.λ.π.

  • Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας

    Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας






    Στο δρόμο Σερρών – Καβάλας, αμέσως μετά την Κορμίστα στη βόρεια πλευρά του κατάφυτου όρους Παγγαίου, βρίσκεται η ιερά Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας.

    Είναι ένας από τους δυο ιερούς χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας, που συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί πόλο έλξης πλήθους πιστών, που έρχονται να προσκυνήσουν την “αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου” και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της.

    Το όνομα της Μονής, κατά μία από τις τρεις εκδοχές, οφείλεται στο θαύμα της εικόνας της Παναγίας, η οποία έλαμπε και σκορπούσε φως “φοινικούν”, δηλαδή κόκκινο, όπως η πορφυρά των Φοινίκων. Απ’ αυτό προέρχεται και η ονομασία: Εικών φοινίσσουσα – Εικών – φοίνισσα – Εικοσιφοίνισσα.

    Η κυρίως Μονή στο κέντρο έχει τον επιβλητικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου και περιλαμβάνει το Ηγουμενείο, τα κελιά των μοναζουσών, το Αρχονταρίκι, το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας με το Αγίασμα, το Μουσείο, την Τράπεζα, τα εργαστήρια και συναφείς εγκαταστάσεις, ενώ όλο το συγκρότημα το περιβάλλει υψηλό τείχος. Προ της Ιεράς Μονής υπάρχει πλατεία και κοντά σ’ αυτή βρίσκεται το μνημείο των 172 Μοναχών που σφαγιάσθηκαν το 1507 από τους Τούρκους. Στον εξωτερικό τοίχο υπάρχει καλλιμάρμαρο προσκυνητάρι και εκεί κοντά άλλο προσκυνητάρι με θόλο, κάτω απ’ το οποίο υπάρχει αγίασμα. Στη συνέχεια υπάρχει το Κοιμητήριο με το ναΐδριο των Αγίων Αναργύρων. Στη νοτιανατολική γωνία του ναού υψώνεται μεγαλοπρεπές κωδωνοστάσιο. Έξω και πάνω από τα τείχη της Μονής, προς Ανατολάς, βρίσκονται ο παλαιός ανεμόμυλος και το “στασίδιον της Παναγίας” με μικρό προσκυνητάρο

    Η Μονή, ιδίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, πρόσφερε πάρα πολλά για τη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ώστε δίκαια προκάλεσε την οργή, αρχικά των Τούρκων και κατόπιν των Βουλγάρων. Αντιμετώπισε επανειλημμένα τις καταστροφικές επιδρομές τους και ανέδειξε πλήθος μαρτύρων. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων, που έλαβε μέρος στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο ίδρυσε ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, 50μ. ανατολικά της σημερινής Μονής, όπου τα σωζόμενα ερείπια τείχους και πύργου, μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίου μεγάλου φρουρίου. Όλα αυτά εγκαταλείφθηκαν αργότερα, όταν έφθασε εδώ ο πρώτος κτήτορας της Μονής, ο Άγιος Γερμανός (518μ.Χ), ο οποίος από πολύ νεαρή ηλικία ασκήτευσε στους Άγιους Τόπους. Από τότε και για αρκετούς αιώνες η ιστορία της Εικοσιφοίνισσας είναι τελείως άγνωστη. Αρχαιολογικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά τον 11ο αιώνα ξαναχτίστηκε το “Καθολικό” της Μονής. Κατά την περίοδο αυτή η Μονή έγινε “Σταυροπηγιακή”, δηλ. εξαρτιόταν απ’ ευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

    Νέα λάμψη γνώρισε το Μοναστήρι το έτος 1472, όταν σ’ αυτό αποσύρθηκε, παραιτηθείς από το θρόνο του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άγιος Διονύσιος, που θεωρείται ο δεύτερος κτήτορας της ιεράς Μονής. Κατά το μακρύ διάστημα της παραμονής του στη Μονή, ανήγειρε πολλά νέα κτίσματα και επισκεύασε παλαιά. Στην εποχή του το Μοναστήρι απέκτησε μεγάλη ακμή και αίγλη. Έτος 1507 ζούσαν στη Μονή 24 Ιερομόναχοι, 3 Ιεροδιάκονοι και 145 Μοναχοί. Αυτοί διέτρεχαν την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ενίσχυαν τους Χριστιανούς στην πίστη και απέτρεπαν τους εξισλαμισμούς. Η δράση τους αυτή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, που την 25/08/1507 κατέσφαξαν και τους 172 μονάζοντες. Δεν κατέστρεψαν όμως το ναό και τα κτίρια.

    Η Μονή παρέμεινε έρημη και ακατοίκητη επί 13 χρόνια. Μετά το τραγικό συμβάν της σφαγής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πέτυχε το 1510 να λάβει άδεια του Σουλτάνου για την αναδιοργάνωση της Μονής. Έτσι, με τη βοήθεια δέκα Μοναχών του Αγίου Όρους, μέσα σε δέκα χρόνια προσήλθαν να μονάσουν στη Μονή 50 μοναχοί, διάκονοι και ιερομόναχοι, που είχαν και τη διακυβέρνηση του Μοναστηρίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν η Μονή είχε γίνει πνευματικό και εθνικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Στο μοναστήρι αυτό ήρθε από τις Σέρρες, ο Εμμανουήλ Παπάς, όρκισε τους οπλίτες του και κήρυξε την Επανάσταση.

    Στην Ιερά Μονή λειτουργούσε περίφημη Ελληνική Σχολή. Ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η Βιβλιοθήκη της Εικοσιφοίνισσας. Πριν τη λεηλασία της από τους Βουλγάρους, το έτος 1917, περιελάμβανε 1300 τόμους βιβλίων. Ορισμένα χειρόγραφα ήταν μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. Κατά τους αιώνες, αυτούς της ακμής, επισκευάσθηκαν και ανεγέρθηκαν πολλά κτίσματα της Μονής. Κατά το 2ο μισό του 19ου αιώνα, αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες: το 1854 πυρκαγιά αποτέφρωσε τη δυτική πλευρά και μέρος της βόρειας, ενώ το 1864 επιδημία χολέρας αποδεκάτισε τους Μοναχούς. Για την ανόρθωση της Εικοσιφοίνισσας φρόντισε ιδιαίτερα ο περιφανής Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος. Την εποχή αυτή επίφοβοι δεν ήταν μόνο οι Τούρκοι, αλλά και οι Βούλγαροι, που το 1917 σύλησαν τους ανεκτίμητους εθνικοθρησκευτικούς θησαυρούς της Μονής. Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πάλι οι Βούλγαροι, ολοκλήρωσαν την καταστροφή βάζοντας φωτιά και καίγοντας τα οικοδομήματά της. Η ανοικοδόμηση της Μονής άρχισε πραγματικά το έτος 1965 και μέσα σε μια 15ετία κατόρθωσε να έχει τη σημερινή της εμφάνιση. Το 1997 η Μονή αριθμούσε 25 Μοναχές. Γιορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Παναγίας Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του Τιμ. Σταυρού Ι.Μ. Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.

  • Αρχαιολογικό Μουσείο Δήμου Αμφίπολης

    Αρχαιολογικό Μουσείο Δήμου Αμφίπολης




    Το Μουσείο βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πόλης Αμφίπολης, η οποία αρχαία πόλη ήταν η αξιολογότερη της περιοχής κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα. Από την εποχή του Θησέα ονομάζεται «Εννέα Οδοί». Το Μουσείο στεγάζει μνημεία της ιστορίας της και του πολιτισμού των αρχαίων και χριστιανικών χρόνων. Στους εκθεσιακούς χώρους του συνοψίζεται η πολιτιστική ιστορία της Αμφίπολης από τους προϊστορικούς ως τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Το σημείο που είναι τώρα το Μουσείο, πιθανολογείται ότι συνδέεται με το στρατηγό Βρασίδα, ο οποίος τάφηκε εκτός των τειχών από τους Αμφιπολίτες το 422 π.Χ.

    Στο εσωτερικό του Μουσείου της Αμφίπολης υπαρχουν μνημεία της ιστορίας και του πολιτισμού της πόλης, κτερίσματα που δίνουν το στίγμα μιας μακρινής στο βάθος του χρόνου καθημερινότητας, αποτυπώνουν συνήθειες, ήθη, έθιμα, οικονομία, όλες εκείνες τις συνθήκες διαβίωσης που ορίζουν τη λειτουργία μιας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, στην προκειμένη περίπτωση, άρτια δομημένης και λειτουργικής έτσι όπως ορίζεται σε κάθε εποχή από την πρόοδο και την ακμή.
    Το Μουσείο ήδη από μόνο του έχει να μιλήσει για τη δική του ιστορία ύπαρξης. Η έμπνευση αλλά και το μέλημα της υλοποίησης ενός χώρου όπου θα στεγαζόταν η πλούσια ιστορία αυτού του τόσο σημαντικού αστικού κέντρου της Μακεδονίας, ανήκει σε μία μορφή της ελληνικής Αρχαιολογίας, τον Δημήτριο Λαζαρίδη. Υπό την δική του καθοδήγηση, αρχικά ως εφόρου αρχαιοτήτων της Ανατολικής Μακεδονίας και στη συνέχεια ως γενικού επιθεωρητή αρχαιοτήτων, το Μουσείο άρχισε να χτίζεται το 1976, διακόπηκε ένα χρόνο μετά για να ξαναρχίσει το 1984 και να ολοκληρωθεί το 1995. Μικρό αλλά με πολύ καλή αισθητική αποτελεί σήμερα ένα «κόσμημα» και έναν σημαντικό πλούτο για το γραφικό χωριό της νέας Αμφίπολης και φυσικά για τον Νομό Σερρών.
    Η «βόλτα» στην αρχαιότητα αρχίζει με χρονολογική σειρά. Σύντομες «σελίδες» ιστορίας της κάθε περιόδου, αναρτημένες στους τοίχους ανοίγουν παράθυρα γνώσης και πλαισιώνουν την εικόνα των εκθεμάτων. Προϊστορικοί, Πρώιμοι ιστορικοί, Κλασικοί και Ελληνιστικοί χρόνοι, (με τα Ιερά, τη Δημόσια και ιδιωτική ζωή, τα Νεκροταφεία), Ρωμαϊκοί, Παλαιοχριστιανικοί, και Βυζαντινοί, είναι ενότητες που ξετυλίγονται για τον επισκέπτη μέσα από σκεύη καθημερινής χρήσεως, όπως οι υπέροχοι αμφορείς, νομίσματα, εντυπωσιακά κοσμήματα, αγάλματα και φυσικά ψηφιδωτά μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Τα εκθέματα προέρχονται κυρίως από τις ανασκαφές της δεκαετίας του 1960-1970.
    Το Μουσείο αναπτύσσει, παράλληλα με διάφορα πολιτιστικά προγράμματα ορισμένα εκ των οποίων εντάσσονται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ, και πολλές συνεργασίες με ξένους ερευνητές που ενδιαφέρονται για τις ανασκαφές και τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής. Τους καλοκαιρινούς μήνες προσφέρει φιλοξενία σε πολλούς από αυτούς αλλά και σε φοιτητές διεθνών πανεπιστημίων που διεξάγουν μελέτες για τις διδακτορικές τους.