AllDayGreece

Συντάκτης: admin

  • Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας

    Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας












    Το Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας ιδρύθηκε το 2003, προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που με μόχθο, εργατικότητα, αστείρευτη θέληση και ευρηματικότητα, δημιούργησαν έναν κοινωνικό πλούτο.

    Στην πόλη της Καβάλας καταγράφονται 262 συγκροτήματα καπναποθηκών. Οι περισσότερες από αυτές ήταν χτισμένες κατά μήκος της παραλιακής, προκειμένου να διευκολύνεται η μεταφορά του καπνού στα πλοία. Οι καπναποθήκες είναι κτίρια “μάρτυρες” της άρρηκτης σχέσης του καπνού με την πόλη.

    Τη 1η δεκαετία του 20ου αιώνα η Καβαλά αποκτά όψη μεγαλούπολης. Ανεγέρθησαν μεγαλόπρεπη κτίρια, ιδρυθήκαν σωματεία, χτίστηκαν καπναποθήκες, σχολειά, νοσοκομείο, βιβλιοθήκη, κινηματογράφοι και εκκλησιές.

    Ήδη από το 19ο αιώνα η Καβαλά αποτέλεσε τον κεντρικό πόλο του διεθνούς εμπορίου της ευγενέστερης από όλες τις καπνικές ποικιλίες, που καλλιεργούνται ανά τον κόσμο, του μπασμά. Οι παράγοντες που συνετέλεσαν σ’ αυτό, ήταν το κλίμα, καθώς και η γεωγραφική θέση και το λιμάνι της.

    Τον 20ο αιώνα και κυρίως μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκιάς το 1923, η καλλιέργεια του καπνού αποτέλεσε τη βάση για την ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού στην οικονομία της χώρας και συγχρόνως το κέντρο των κοινωνικών αγώνων, στην Καβάλα ιδρύονται τα πρώτα συνδικαλιστικά σωματεία και καταγράφεται η πρώτη απεργία των Βαλκανίων, το 1879.

    Επίσημη σελίδα: https://www.tobaccomuseum.gr/

  • Μονοπάτι Καβάλα “Ο Δρόμος του Νερού”

    Μονοπάτι Καβάλα “Ο Δρόμος του Νερού”







    Πρόκειται για το σημαντικότερο μονοπάτι της Καβάλας, όχι μόνο λόγω της αισθητικής του αξίας, αλλά κυρίως για τα ιδιαίτερα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που διαθέτει.Η διαδρομή ξεκινάει από το εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου, στο τέρμα της οδού 13ης Σεπτεμβρίου. Χωρίζεται σε δύο τμήματα. Το πρώτο μισό, με μήκος 5 χιλιόμετρα, φτάνει από την Καβάλα μέχρι τη «Μάνα του Νερού» στην τοποθεσία «Τρία Καραγάτσια». Το δεύτερο μισό, με μήκος 5,5 χιλιόμετρα, φτάνει μέχρι το χωριό της Παλιάς Καβάλας.Το πρώτο τμήμα ακολουθεί το δρόμο που ακολουθούσε και το νερό, για να υδροδοτήσει την πόλη στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Το μονοπάτι περνάει από 5 πέτρινα γεφύρια και ελίσσεται πάνω στο παλιό σκεπασμένο αυλάκι, όπου το νερό κυλούσε για να καταλήξει στο εντυπωσιακό υδραγωγείο, «τις Καμάρες», στην Καβάλα.

  • Χαλίλ-Μπέη τζαμί (Παλιά Μουσική)

    Χαλίλ-Μπέη τζαμί (Παλιά Μουσική)














    Το τζαμί του Χαλίλ Μπέη βρίσκεται στο κέντρο της χερσονήσου, κοντά στο Φρούριο και πάνω σε δρόμους που οδηγούν στην ακρόπολη και στις πύλες των τειχών της χερσονήσου. Υπολογίζεται ότι χτίστηκε την περίοδο της ανασυγκρότησης της πόλης, γύρω στα 1530.

    Στον χώρο αυτό, οι ανασκαφικές έρευνες της 12ης Εφορείας Βυζαντινών αρχαιοτήτων αποκάλυψαν το πρώτο χριστιανικό λατρευτικό κτίσμα της περίκλειστης πόλης, την τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (είναι ορατή από το γυάλινο δάπεδο του τζαμιού), καθώς και ένα μικρό νεκροταφείο της βυζαντινής περιόδου. Κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας ήταν σύνηθες φαινόμενο η ανέγερση τζαμιών στη θέση εκκλησιών ή η μετατροπή εκκλησιών σε τζαμιά.

    Το τζαμί αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος που περιλάμβανε και μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο, με οκτώ δωμάτια για τους μαθητές), ο οποίος επίσης έχει σωθεί σε καλή κατάσταση.

    Στις αρχές του 20ου αιώνα μέσα στο συγκρότημα λειτούργησε και σχολείο κοριτσιών, πρώτης βαθμίδας. Την περίοδο 1930-1940 στο τζαμί στεγαζόταν η Φιλαρμονική του Δήμου και έτσι απέκτησε την επωνυμία «Τζαμί της Μουσικής». Σήμερα αποκαλείτε «Παλιά Μουσική».

    Μετά τις εργασίες αναστήλωσης και διαμόρφωσης που υλοποίησε η Εφορεία Αρχαιοτήτων και ο Δήμος Καβάλας, ο χώρος έχει καταστεί επισκέψιμος και χρησιμοποιείται για ποικίλες εκθέσεις και εκδηλώσεις, τόσο εντός του κτίσματος όσο και στον προαύλιο χώρο. Στις εγκαταστάσεις του μεντρεσέ φιλοξενούνται λαογραφικές συλλογές, κοινωνικές υπηρεσίες αλλά και ο Εξωραϊστικός πολιτιστικός σύλλογος της συνοικίας της Παναγίας «Το Κάστρο».

    Πηγή: https://www.visitkavala.gr/sightseeing/palia-mousiki/

  • Δημοτική Καπναποθήκη

    Δημοτική Καπναποθήκη






    Η Δημοτική Καπναποθήκη είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της πόλης. Στέγαζε την εταιρεία Kiazim Emin & Cie, και κτίστηκε από τον επιχειρηματία και καπνέμπορο Kiazim Emin το 1910. Το κτίσμα έχει οθωμανική αρχιτεκτονική, με τεχνοτροπία που είναι γνωστή ως οθωμανικός νεοκλασικισμός, με έντονη την επίδραση της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης. Το στηθαίο της στέγης είναι το πιο επιβλητικό τμήμα του κτιρίου, όπου ξεχωρίζουν τέσσερα στέμματα. Αφηρημένες παραστάσεις ανθέων, ήλιων και οικοσήμων διακοσμούν την ενδιαφέρουσα και μοναδική αυτή πρόσοψη.

    Το 1970, ο Δήμος Καβάλας αγόρασε το κτίριο. Ο εσωτερικός ξύλινος σκελετός της καπναποθήκης έχει διατηρηθεί, η καπναποθήκη έχει επισκευαστεί και έτσι τονίστηκαν οι αρχιτεκτονικές και διακοσμητικές αρετές του κτιρίου. Σήμερα χρησιμοποιείται ως πολυχώρος πολιτισμού, φιλοξενώντας μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, καθώς και εκδηλώσεις ποικίλου ενδιαφέροντος, όπως συναυλίες, συνέδρια, κ.ά.

    Να σημειώσουμε επίσης ότι η Δημοτική Καπναποθήκη βρίσκεται στην πλατεία Καπνεργάτη. Εκεί βρίσκεται και το μνημείο του Καπνεργάτη, στο οποίο οφείλει το όνομά της η πλατεία. Το μνημείο είναι δημιουργία του Δημητρίου Αρμακόλα και τοποθετήθηκε στην πλατεία το 1986. Απεικονίζει πρόσωπα τα οποία συμμετείχαν στο καπνεργατικό κίνημα, δύο άνδρες και μια γυναίκα, θέλοντας να δείξει και τη γυναικεία συμμετοχή στον αγώνα.

    Πηγή: https://www.visitkavala.gr/sightseeing/dimotiki-kapnapothiki/

  • Οικία Μεχμέτ Αλή Πασά

    Οικία Μεχμέτ Αλή Πασά






    Η οικία Μεχμέτ Αλή, γνωστή και ως οικία Μοχάμετ Άλι, είναι ιστορικό μνημείο στην Καβάλα. Ήταν το μεγαλύτερο σπίτι της πόλης την περίοδο κατά την οποία κτίστηκε.

    Η πρώτη εντύπωση μπαίνοντας στο εσωτερικό της οικίας είναι ότι μεταφέρει τον επισκέπτη στην Καβάλα του 18ου αιώνα, την πόλη όπου ο μετέπειτα κυβερνήτης της Αιγύπτου γεννήθηκε και έζησε μέχρι την ηλικία των τριάντα ετών. Ο Μεχμέτ Αλή, αν και δε γεννήθηκε σε αυτό το σπίτι, έζησε εκεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Συγκεκριμένα, πιστεύεται ότι έζησε εκεί πέρα από το 1787 μέχρι περίπου το 1800.

    Το κτήριο, το οποίο κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1780, με εμβαδόν 330 τ.μ., ήταν το μεγαλύτερο σπίτι στην πόλη της Καβάλας εκείνη την εποχή. Στις μέρες μας θεωρείται ένα από τα λαμπρότερα σωζόμενα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα στην Ελλάδα. Έχει δύο ορόφους και διαθέτει χαμάμ καθώς και δυνατότητα θέρμανσης. Το χαμάμ καθώς και τα δωμάτια διαμονής, φαγητού, ύπνου και ψυχαγωγίας βρίσκονται στον δεύτερο όροφο. Υπάρχουν τζάκια σε όλα τα δωμάτια της οικίας πράγμα που υποδηλώνει την ιδιαίτερη κοινωνική θέση και την οικονομική ευμάρεια του ιδιοκτήτη. Η οικία βρίσκεται σε τέτοια θέση, ώστε να έχει πανοραμική θέα απ’ όλες τις πλευρές. Απ’ την είσοδό της φαίνεται το λιμάνι της Καβάλας ενώ απ’ την άλλη πλευρά η θέα είναι ένας πανέμορφος κόλπος. Έχει έναν μεγάλο κήπο στον οποίο φυλάσσεται μέχρι και σήμερα κομμάτι από τον τάφο της μητέρας του Μεχμέτ Αλή, το οποίο παλαιότερα βρίσκονταν στην πλατεία Ελευθερίας.

    Στο κτήριο εφαρμόστηκε η χωριστή διάταξη των χώρων ανδρών και γυναικών (σελαμλίκ – ανδρώνας και χαρεμλίκ – γυναικωνίτης). Στη νότια ενότητα βρίσκεται το σελαμλίκ, το οποίο περιλαμβάνει τους χώρους διαμονής και εργασίας των ανδρών, καθώς και τους χώρους υποδοχής των επισκεπτών τους. Στη βόρεια ενότητα βρίσκεται το χαρεμλίκ που περιέχει τους χώρους των γυναικών, με τις εξυπηρετήσεις του καθημερινού νοικοκυριού και συγχρόνως τους περισσότερους ιδιωτικούς χώρους όλης της οικογένειας.

    Η οικία του Μοχάμετ Άλι, όπως και το Ιμαρέτ, ανήκουν στην αιγυπτιακή κυβέρνηση, ως βακουφική περιουσία. Το κτήριο τελεί υπό τη διαχείριση του Ερευνητικού Κέντρου ΜΟΗΑ, το οποίο ιδρύθηκε το 2006 και αποσκοπεί στον διαπολιτισμικό διάλογο μεταξύ της Ελλάδας, των χωρών της Μεσογείου και του ισλαμικού κόσμου. Το κτήριο πλέον λειτουργεί ως μουσείο, διαθέτει πολυμέσα για την καλύτερη πληροφόρηση των επισκεπτών και διεξάγει διάφορες εκπαιδευτικές, ερευνητικές και πολιτιστικές δράσεις.

  • Ναυτικό Μουσείο Καβάλας

    Ναυτικό Μουσείο Καβάλας



















    Το Ναυτικό Μουσείο Καβάλας ιδρύθηκε το 2005, με σκοπό να αναδείξει τη ναυτική ιστορία και παράδοση της Καβάλας.Μέσα στο μουσείο υπάρχουν εκθέματα όπως ναυτικά και ναυτιλιακά όργανα, ομοιώματα παραδοσιακών σκαφών, βιβλία ναυτικού περιεχομένου, θαλασσογραφίες Καβαλιωτών ζωγράφων, δεκάδες φωτογραφίες από το λιμάνι και την κίνηση του, ένα παραδοσιακό τρεχαντήρι του 1961 και μια ιστορική βάρκα του 1932 που έδρασε στην γερμανο-βουλγαρική κατοχή.

  • Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού

    Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού















    Το Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού δημιουργήθηκε με αγάπη και μεράκι από απογόνους προσφύγων δεύτερης και τρίτης γενιάς. Προσφύγων που διώχτηκαν βίαια από τις πατρίδες της Ανατολής, εγκατέλειψαν τις εστίες τους όπου επί τρεις χιλιάδες χρόνια μεγαλούργησαν, και ρίζωσαν στη νέα τους πατρίδα. Έφεραν μαζί τους την ιστορία τους, τον πολιτισμό, την αρχοντιά και τις αξίες τους, το σπόρο που φύτεψαν στη νέα τους γη, αυτή της μητέρας Ελλάδας.90 χρόνια μετά, ο Σύλλογος Μικρασιατών Καβάλας «Μνήμη Μικράς Ασίας», συγκέντρωσε τα κειμήλια που έφεραν από την πατρίδα τους (εικόνες και είδη λατρείας, κεντήματα, είδη καθημερινής χρήσης, βιβλία, έγγραφα και φωτογραφίες) και άλλα που αποκτήθηκαν εδώ τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους και δημιούργησε το «Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού», σαν έναν ελάχιστο φόρο τιμής γι αυτούς που άδικα χάθηκαν, που βίωσαν τη φωτιά και την προσφυγιά και κατόρθωσαν με χίλιες δυσκολίες να μας μεγαλώσουν.

    Πηγή: https://www.visitkavala.gr/sightseeing/mouseio-prosfigikou-ellinismou/

  • Ιερός Καθολικός Ναός Αγίου Παύλου

    Ιερός Καθολικός Ναός Αγίου Παύλου






    Για τους Καβαλιώτες, η Ιερά Μονή Λαζαριστών Καβάλας ταυτίζεται με την Καθολική Εκκλησία. Πράγματι, οι Ιερείς της Αποστολής (Λαζαριστές), έφτασαν στην Καβάλα από τη Θεσσαλονίκη το 1887 και ίδρυσαν την Ιερά Μονή και το Ιερό Ναό του Αγίου Παύλου για να προσφέρουν τις πνευματικές τους υπηρεσίες στους Γάλλους, Ιταλούς, Αυστριακούς, κτλ. καθολικούς οι οποίοι ζούσανε στην εκείνη περιοχή. Το τωρινό κοινόβιο «Άγιος Παύλος» χτίσθηκε το 1900 από τον οικοδόμο της Αποστολής τον Π. Στέφανο Jougla, ο οποίος οικοδόμησε το 1902 το σχολείο(το οποίο δεν υπάρχει πλέον) που έλαβε την ονομασία του Λαζαριστή μάρτυρα στην Κίνα, Ιωάννη Γαβιήλ Perboyre.
    Από την άφιξή τους στην Καβάλα, οι Πατέρες της Αποστολής εργάστηκαν δημιουργικά στο ποιμαντικό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό τομέα. Το Σχολείο Ιωάννης Γαβριήλ Perboyre λειτουργούσε με 50 – 70, κατά μέσο όρο, μαθητές έως τα χρόνια του μεσοπολέμου. Η απαγόρευση εγγραφής ορθόδοξων μαθητών σε καθολικά Δημοτικά Σχολεία το 1930 και τα δεινά του Β’ παγκοσμίου πολέμου, επέφεραν βαρύ πλήγμα στο εκπαιδευτικό έργο των Λαζαριστών. Επειδή η κατάσταση δε βελτιώθηκε μετά το πόλεμο, λόγω και της ελάττωσης του καθολικού στοιχείου, το 1947 ο νέος εφημέριος Π. Εδμόνδος Βουτσίνος έδωσε στο σχολείο τη μορφή Φροντιστηρίου Γαλλικής Γλώσσας. Υπό τη μορφή αυτή συνέχισε να λειτουργεί με αξιοσημείωτη επιτυχία, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.
    Στο κοινωνικό έργο των Λαζαριστών συμμετείχαν, από το 1909 έως το 1981, οι Αδελφές του Ελέους, γυναικείο τάγμα που ιδρύθηκε επίσης από τον Άγιο Βικέντιο ντε Πωλ. Οι καλόγριες πρόσφεραν στους Καβαλιώτες ανεκτίμητες φιλανθρωπικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες, στη Σχολή «Άγιος Ιωσήφ» και στο μικρό εξωτερικό ιατρείο, έως την αποχώρησή τους από την Καβάλα το 1981.

  • Στάδιο Τούμπας

    Στάδιο Τούμπας






    Το Γήπεδο της Τούμπας (επίσημη ονομασία: Στάδιο ΠΑΟΚ) αποτελεί την έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΠΑΟΚ. Συχνά αναφέρεται απλά ως Τούμπα, προσδιορίζοντας την ομώνυμη συνοικία στην οποία και βρίσκεται. Είναι ιδιοκτησία της ποδοσφαιρικής ομάδας ΠΑΟΚ.

    Ο χώρος που φιλοξενεί το γήπεδο του ΠΑΟΚ αποτέλεσε δωρεά της οικογένειας Δεδέογλου στην ομάδα, όπως αργότερα και ο χώρος του Κλειστού γηπέδου του ΠΑΟΚ. Το γήπεδο ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1958 και ολοκληρώθηκε το 1959. Αρωγοί στην ανέγερσή του υπήρξαν η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ στην περιοχή Σιντριβανιού στο κέντρο της πόλης απαλλοτριώθηκε με σκοπό την ανέγερση της Θεολογικής Σχολής, μιας και η ευρύτερη περιοχή παραχωρήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Αρχιτέκτονας του έργου ήταν ο Μηνάς Τρεμπέλας και πολιτικός μηχανικός ο Αντώνης Τριγλιανός.

    Σημαντική για την ανέγερσή του υπήρξε η συνεισφορά και των ίδιων των οπαδών της ομάδας, οι οποίοι κλήθηκαν δύο φορές να συνδράμουν οικονομικά, μέσω του «Λαχείου υπέρ ανεγέρσεως του νέου σταδίου του ΠΑΟΚ» που εξέδωσε η διοίκηση του συλλόγου, ενώ ορισμένοι φίλοι του ΠΑΟΚ εργάστηκαν αφιλοκερδώς με προσωπική εργασία κατά τη διαδικασία της ανέγερσης. Νωρίτερα, και όσο ακόμα ο ΠΑΟΚ αγωνιζόταν στο παλιό του γήπεδο, το 15% των εισπράξεων κάθε αγώνα πήγαιναν στο ταμείο της επιτροπής του νέου γηπέδου.

    Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την αποπεράτωση του έργου, ο ΠΑΟΚ άρχισε την πώληση αριθμημένων εισιτηρίων διαρκείας για όλους τους αγώνες της χρονιάς (με κόστος 200 δραχμές), όμως οι κάτοχοι της μόνιμης θέσης δεν απαλλασσόταν από την καταβολή αντιτίμου για κάθε αγώνα ξεχωριστά. Τελικά ο ΠΑΟΚ αποπλήρωσε το χρέος που του αναλογούσε 10 χρόνια αργότερα (1969), καθώς το αντίτιμο που ορίστηκε πληρώθηκε σε 20 εξαμηνιαίες δόσεις των 75.000 δραχμών.

    Τα εγκαίνια του γηπέδου της Τούμπας έγιναν στις 6 Σεπτεμβρίου του 1959 και στον πρώτο φιλικό αγώνα που ακολούθησε, ο ΠΑΟΚ νίκησε με σκορ 1–0 την ομάδα της ΑΕΚ. Αρχικά η χωρητικότητα του γηπέδου ήταν 20.000 θέσεις, ενώ μέσα στα επόμενα χρόνια σταδιακά η χωρητικότητα αυξήθηκε ξεπερνώντας τις 45.000. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα γήπεδα της Ελλάδας μέχρι το 1982, όταν και κατασκευάστηκε το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας. Το γήπεδο είχε εξ αρχής φυσικό χλοοτάπητα (γρασίδι), σε μία εποχή όπου τα περισσότερα ελληνικά γήπεδα ήταν ακόμη χωμάτινα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

    Η πρώτη φορά που έσπασε το φράγμα των 20 χιλιάδων εισιτηρίων (20.131) έγινε σε έναν αγώνα με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό στις 28 Απριλίου του 1963 (σκορ 1–1), ενώ με τη συνεχή επέκταση των κερκίδων έσπασε το φράγμα των 30 χιλιάδων εισιτηρίων (31.504) σε αγώνα με αντίπαλο τον Ολυμπιακό στις 19 Μαρτίου του 1967 (σκορ 2–0).

    Το 1970 το γήπεδο της Τούμπας απέκτησε ηλεκτροφωτισμό καθώς τοποθετήθηκαν τέσσερις προβολείς στον εξωτερικό του χώρο, έχοντας τη δυνατότητα διεξαγωγής νυχτερινών αγώνων. Ο πρώτος νυχτερινός αγώνας που διεξήχθη υπό το φως των προβολέων ήταν στις 20 Μαΐου του 1970, με αντίπαλο την πρωταθλήτρια Ευρώπης της προηγούμενης χρονιάς, Μίλαν (σκορ 0–0).[9] Στις 22 Μαρτίου του 1980, τμήμα της θύρας 8 του γηπέδου κατέρρευσε, ως αποτέλεσμα βλάβης που είχε υποστεί η κερκίδα από τον ισχυρό σεισμό 6,5 βαθμών Ρίχτερ που είχε πλήξει τη Θεσσαλονίκη και όλη την ευρύτερη περιοχή ενάμιση χρόνο νωρίτερα (20 Ιουνίου 1978). Το γήπεδο έκλεισε και ο ΠΑΟΚ χρησιμοποίησε ως έδρα αρχικά το Καυτανζόγλειο Στάδιο και στη συνέχεια το Γήπεδο Χαριλάου, για να επιστρέψει στη φυσική του έδρα την Τούμπα ένα χρόνο αργότερα.

    Το 1981 και με αφορμή την τραγωδία της Θύρας 7 η χωρητικότητα του γηπέδου μειώθηκε στις 41.073 θέσεις για λόγους ασφαλείας, κάτι που συνέβη σε όλα τα ελληνικά γήπεδα τότε. Το καλοκαίρι του 1985 τοποθετήθηκε στις θύρες 1, 2 και 3 σκέπαστρο ενώ κατασκευάστηκαν νέα δημοσιογραφικά θεωρεία. Το καλοκαίρι του 1998 τοποθετήθηκαν σε όλες τις κερκίδες πλαστικά καθίσματα σύμφωνα με τις επιταγές που όρισε η UEFA, με την χωρητικότητα του γηπέδου όμως να μειώνεται στις 32.000 θέσεις. Σε συνδυασμό με τα πρόσθετα μέτρα ασφαλείας που κρίθηκαν αναγκαία, το γήπεδο μπορεί σήμερα να δεχθεί μέχρι 28.703 θεατές.

    Το καλοκαίρι του 2004, με αφορμή τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων (το γήπεδο ήταν χώρος προπόνησης των ποδοσφαιρικών ομάδων που μετείχαν στη διοργάνωση) έγινε μια σημαντική ανακαίνιση, με σπουδαιότερη την κατασκευή νέου σκέπαστρου και τη δημιουργία κτηρίου γραφείων.

  • Ιερά Μονή Βλατάδων

    Ιερά Μονή Βλατάδων
















    Η Μονή Βλατάδων, ή Βλαταίων, είναι Σταυροπηγιακή Μονή στην περιοχή της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης, 80 περίπου μέτρα από τα τείχη του Επταπυργίου. Είναι το μοναδικό μοναστήρι της βυζαντινής περιόδου της πόλης που εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι σήμερα.

    Η Μονή Βλατάδων βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων περίπου και έχει θέα προς την πόλη της Θεσσαλονίκης.

    Ως κτητόρισσα της Μονής φέρεται η αυτοκράτειρα Άννα Παλαιολογίνα, η οποία είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη το 1351 και παρέμεινε στην πόλη ως κυβερνήτις έως το τέλος της ζωής της. Το πατριαρχικό Σιγίλλιο εκδόθηκε λίγο αργότερα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Νείλο.

    Από το 1387, με την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, το καθολικό μετατράπηκε σε τζαμί, όπως διακρίνεται από ορισμένα κτίσματα οθωμανικής τεχνοτροπίας. Μετά τη δεύτερη άλωση της πόλης το 1430 από τους Οθωμανούς αφέθηκε να λειτουργεί κανονικά ως μονή και την περίοδο αυτή αποκαλούνταν Τσαούς Μοναστήρι. Οι ντόπιοι τη Μονή Βλατάδων ακόμη την ονομάζουν Τσαούς Μοναστήρι.

    Γνώρισε μεγάλη ακμή καθώς της έδωσαν κάποια προνόμια, που επικυρώθηκαν με φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ το 1446. Σύμφωνα με παράδοση του 16ου αιώνα, η προνομιακή αυτή μεταχείριση οφειλόταν στη βοήθεια που είχαν προσφέρει οι μοναχοί της στους Τούρκους για την άλωση της πόλεως. Το 1633, με σιγίλλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι, η Μονή Βλαττάδων προσαρτήθηκε ως μετόχιο στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους.

    Το 1801 ανακαινίσθηκε το καθολικό της μονής, αλλά το 1870 μια πυρκαγιά κατέστρεψε μέρος της, συμπεριλαμβανόμενης και της βιβλιοθήκης. Οι ζημιές επισκευάσθηκαν με έξοδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

    Σύμφωνα με ισχυρή τοπική παράδοση, πατρίδα των ιδρυτών της Iεράς Μονής Βλατάδων είναι οι Λίγκρες, ένα ερειπωμένο και ακατοίκητο χωριουδάκι στη νότια (Λυβική) ακτή τής εν λόγω επαρχίας στην Κρήτη.

    Η ίδια τοπική παράδοση κάνει λόγο για μια οικογένεια με το επώνυμο «Βλαττάς», η οποία, μετά από πειρατική επιδρομή, που έγινε η αφορμή της καταστροφής του εν λόγω χωριού, κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Απόγονοι της οικογένειας αυτής ίδρυσαν την Iεράς Μονή των Βλατάδων.

    Ο λόγος είναι για τους αδελφούς Δωρόθεο και Mάρκο Βλαττή, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο πρώτος, γνωστός της Εκκλησίας υμνογράφος ο δεύτερος, που υπήρξαν μαθητές και συναγωνιστές του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Τα ονόματα των δύο αδελφών πέτυχε να ανασύρει από τη λήθη και να τους κάνει ευρύτερα γνωστούς με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του ο Γ. Θεοχαρίδης.

    Σύμφωνα με την ασφαλή μαρτυρία του Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου, οι αδελφοί Βλαττάδες θα πρέπει να γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά από γονείς Κρητικούς. Όμως, το γεγονός ότι οι Βλατάδες κατάγονταν από το μικρό αυτό χωριό του νομού Ρεθύμνου, τις Λίγκρες, κανείς δεν το αναφέρει. Όμως, το βεβαιώνει η υπάρχουσα ισχυρή τοπική παράδοση και η επιβεβαιωμένη αρχική του κρητικού επωνύμου «Βλαττάς» καταγωγή από την περιοχή αυτήν των Λιγκρών του Ρεθύμνου.

    Το καθολικό της Μονής που σώζεται έχει διαφοροποιηθεί ριζικά από αυτό που αρχικά κτίστηκε στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα. Από το αρχικό κτίσμα σώζεται μόνο το ιερό και λίγα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Η νότια στοά του ναού και το μικρό πρόπυλο της δυτικής εισόδου κατασκευάστηκαν το 1907, σε νεοκλασικό ρυθμό.

    Σήμερα η Μονή ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κοντά στο καθολικό της Μονής υπάρχει θολωτό παρεκκλήσιο του 14ου αιώνα με τοιχογραφίες της εποχής των Παλαιολόγων. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, η Μονή είναι κτισμένη στον τόπο όπου κήρυττε ή διέμενε ο Απόστολος Παύλος κατά τη διαμονή του στην πόλη. Σώζονται 93 κώδικες και το αρχείο της Μονής, που κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφέρθηκαν για ασφάλεια στη Μονή Ιβήρων.