AllDayGreece

Κατηγορία: Δήμος Σιντικής

  • Η Μάχη του Δημητριτσίου

    Η Μάχη του Δημητριτσίου










    Στα τέλη του 12ου αιώνα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δέχτηκε ένα από τα πιο ισχυρά πλήγματα. Οι Νορμανδοί της Σικελίας οργάνωσαν μια επίθεση εναντίον της με απώτερο στόχο την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την άνοδο στο θρόνο του βασιλιά Γουλιέλμου του Β΄. Αφού συγκρότησαν ισχυρό στρατό (80.000), ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν 5.000 ιππείς υπό τους κόμητες Ριτζάρδο και Αλδουίνο και στόλος (200 πλοία), αποβιβάστηκαν και κατέλαβαν το Δυρράχιο, και στη συνέχεια ο στρατός κατευθύνθηκε μέσα από την Αλβανία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία προς τη Θεσσαλονίκη. Ο στόλος αφού κατέλαβε τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλληνία και Ζάκυνθο, έφτασε στις 15 Αυγούστου του 1185 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και άρχισε η πολιορκία από ξηρά και θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός όμως της πόλης δεν ήταν επαρκής. Ο διοικητής της πόλης, Δαυίδ Κομνηνός, δεν ήταν ικανός να οργανώσει κατάλληλα την άμυνα, εγκατέλειψε τους αμυνόμενους και οι ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη έφτασαν πολύ αργά. Έτσι οι Νορμανδοί, μέσα σε λίγες μέρες, (24 Αυγούστου 1185), αφού έχασαν 3.000 στρατιώτες, κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, παρά την ηρωική άμυνα των κατοίκων και τη λεηλάτησαν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο, εκτελώντας 7.000 από τους κατοίκους της, σύμφωνα με όσα μας αναφέρει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος στο έργο του «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών» Η αγγελία της άλωσης της δεύτερης πόλης της αυτοκρατορίας ήταν επόμενο να προκαλέσει πανικό και λαϊκές εξεγέρσεις στην Κωνσταντινούπολη που είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή, τη σύλληψη και το θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Α΄ του Κομνηνού και την άνοδο στο θρόνο του Ισαακίου του Β΄, μέλους της οικογένειας των Αγγέλων, που είχαν πρωτοστατήσει σ’ αυτά τα γεγονότα. Ο νέος αυτοκράτορας, αν και δεν είχε τόσες ικανότητες, είχε όμως την ευτυχή συγκυρία να περιστοιχίζεται από ικανούς ανθρώπους, όπως ο στρατηγός Αλέξιος Βρανάς που καταγόταν από αριστοκρατική στρατιωτική οικογένεια της Ανδριανούπολης. Ο Αλέξιος Βρανάς κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τα βυζαντινά στρατεύματα χάρη στη μεγάλη πείρα που διέθετε και, μετά τις ενισχύσεις που του έστειλε ο Ισαάκιος, να οργανώσει έναν ισχυρό, καλά εξοπλισμένο και αξιόμαχο στρατό. Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης χωρίστηκαν σε 3 τμήματα. Το ένα τμήμα παρέμεινε για τη φρούρηση της Θεσσαλονίκης και το άλλο κατευθύνθηκε προς την περιοχή των Σερρών, όπου προξενούσε πολλές καταστροφές. Από το τρίτο τμήμα, ένα μέρος εγκαταστάθηκε στο Στρυμόνα καταστρέφοντας την περιοχή της Αμφίπολης και το άλλο μέρος κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη και στρατοπέδευσε στη Μοσυνόπολη, ενώ ο νορμανδικός στόλος είχε πλησιάσει στην Κωνσταντινούπολη. Οι Νορμανδοί, βλέποντας ότι δεν υπάρχει άμεση απειλή, είχαν χωριστεί σε πολλά αποσπάσματα και είχαν τραπεί σε λεηλασίες, πράγμα το οποίο είχε αποδυναμώσει τον στρατό τους σε σημαντικό βαθμό. Τότε ο Αλέξιος Βρανάς, αφού διαπίστωσε την κατάσταση των Νορμανδών, επιτέθηκε στα μεμονωμένα τμήματα που βρίσκονταν γύρω από τη Μοσυνόπολη και τα έτρεψε σε φυγή. Στη συνέχεια ο βυζαντινός στρατός επιτέθηκε στους Νορμανδούς που βρίσκονταν μέσα στη Μοσυνόπολη αφού είχαν αφήσει αφρούρητες τις πύλες, έβαλαν φωτιά και έσφαξαν πολλούς, παίρνοντας τα άλογα και τον οπλισμό τους. Κατόπιν, επιτέθηκαν σε όσους βρίσκονταν στην περιοχή της Αμφίπολης. Ο Αλέξιος Βρανάς οδήγησε τον στρατό στην περιοχή του Στρυμόνα, όπου είχε κατασκηνώσει το άλλο τμήμα των Νορμανδών, έχοντας στόχο να δώσει το τελειωτικό χτύπημα και να απομακρύνει οριστικά τον κίνδυνο για την αυτοκρατορία. Τελικά, τα δύο αντίπαλα στρατεύματα παρατάχθηκαν στον τόπο «τον λεγόμενον του Δημητρίτζη», όπως ακριβώς αναφέρει ο Ν. Χωνιάτης και ο Θεόδωρος Σκουταριώτης. Τότε οι Νορμανδοί εκδήλωσαν το φόβο τους, άρχισαν να μιλούν για συνθήκη και έστειλαν κήρυκες για διαπραγματεύσεις στον Αλέξιο Βρανά. Όταν όμως οι Βυζαντινοί κατάλαβαν ότι υπάρχει δόλος στις προθέσεις των Νορμανδών και διαπίστωσαν το φόβο τους, τότε χωρίς να περιμένουν, τράβηξαν τα σπαθιά τους και επιτέθηκαν στους εχθρούς. Στην αρχή, οι Νορμανδοί αντιμετώπισαν με θάρρος την επίθεση και η μάχη είχε αρκετές διακυμάνσεις, αλλά στο τέλος υποχώρησαν μπροστά στην υπερβολική ανδρεία του βυζαντινού στρατού και τράπηκαν σε φυγή. Οι βυζαντινοί συνέλαβαν και σκότωσαν πολλούς, άλλους τους έσυραν βίαια στο Στρυμόνα και πήραν αρκετά λάφυρα. Τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα πάντα με το Νικήτα Χωνιάτη και το Θεόδωρο Σκουταριώτη, συνέβησαν το απόγευμα της 17ης Νοεμβρίου του 1185. Στη μάχη του Δημητριτσίου οι Βυζαντινοί συνέλαβαν και τους δύο στρατηγούς του στρατεύματος, τον Ριτζάρδο, που ήταν αδελφός της γυναίκας του Ταγκρέ, αρχηγού του στόλου των Νορμανδών και τον Αλδουίνο Κόντο παρομοίαζε τον εαυτό του με το Μέγα Αλέξανδρο. Επίσης, στη μάχη αυτή συνέλαβαν και τιμώρησαν με τύφλωση τον ανηψιό, του Μανουήλ Αλέξιο Κομνηνό, που είχε υποκινήσει την επιδρομή των Νορμανδών κατά του Βυζαντίου. Η συντριπτική ήττα των Νορμανδών στο Δημητρίτσι σήμανε και την οριστική τους κατάρρευση. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι στη μάχη έπεσε ο στρατηγός του Βυζαντίου Δημητρίστας. Η νίκη του βυζαντινού στρατού στο Δημητρίτσι απομάκρυνε οριστικά των κίνδυνο των Νορμανδών, ενίσχυσε σε σημαντικό βαθμό το ηθικό των Βυζαντινών και στερέωσε στο θρόνο τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο. Ανέστειλε την κινητοποίηση των Τούρκων του Ικονίου, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την πτώση και το θάνατο του Ανδρόνικου του Α΄ και το φθινόπωρο του 1185, έκαναν επιδρομή στο θέμα των θρακησίων. Τέλος, απέδειξε ότι το Βυζαντινό Κράτος ήταν ακόμα σε θέση να αντιμετωπίσει τις οποιεσδήποτε προκλήσεις, έχοντας στη διάθεση του ικανότατους ανθρώπους και αρκετούς οικονομικούς πόρους. Δυστυχώς, τα γεγονότα που ακολούθησαν και οι κακοί χειρισμοί, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική, οδήγησαν στην κατάρρευση του βυζαντίου και στην άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.

    ,

  • Λίμνη Κερκίνης

    Λίμνη Κερκίνης




    Η λίμνη Κερκίνη είναι ένας υγροβιότοπος που βρίσκεται βόρια της πόλης των Σερρών.
    Στη λίμνη και στα γύρω βουνά έχουν καταγραφεί 300 και πλέον είδη πουλιών. Από αυτά, δύο, ο αργυροπελεκάνος και η λαγγόνα, είναι παγκόσμια απειλούμενα με εξαφάνιση. Παρατηρούνται ακόμη, οι πιο σημαντικές αποικίες της Ν.Βαλκανικής χερσονήσου από κορμοράνους, χουλιαρομύτες, χαλκόκοτες και διάφορα είδη ερωδιών ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκαν και νέα είδη για την περιοχή όπως η νανόχηνα, το φοινικόπτερο, ο κυνηγογέρακας, ο χρυσαετός, ο πετρίτης, ο στικταετός και άλλα. Μερικά είδη όμως, όπως ο θαλασσαετός και ο σταυραετός, ο καλαμοτριλιστής και ο καλαμόκιρκος δε φωλιάζουν πια εδώ, εξαιτίας των αλλοιώσεων στους χώρους φωλιάσματος τους.

    Σήμερα η ποικιλομορφία της βλάστησης, η παρουσία εκατοντάδων ειδών πουλιών, η πλούσια ιχθυνοπανίδα και τα πολλά είδη θηλαστικών ερπετών και αμφιβίων που υπάρχουν στην περιοχή είναι η φυσική συνέχεια της ζωής που υπήρχε πριν από την κατασκευή του φράγματος.
    Η κατασκευή της τεχνητής λίμνης δάμασε τα νερά του Στρυμόνα, συντέλεσε στην καταπολέμηση του εφιάλτη της ελονοσίας, έδωσε ζωή στα χωράφια του κάμπου και βοήθησε στην οικονομική ανάπτυξη του νομού και στην αποκατάσταση των 85.000 προσφύγων από τη Μικρασιατική καταστροφή. Το 1982, η συνεχής μείωση της χωρητικότητας της λίμνης, λόγω των υλών που μετέφερε ο Στρυμόνας οδήγησε στην κατασκευή νέου φράγματος που ύψωσε τη στάθμη της λίμνης.
    Η λίμνη Κερκίνη έχει πλούσια βλάστηση με φυτά που επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού, φυτά ριζωμένα στον βυθό τα οποία αναπτύσσονται μέσα στο νερό ή στην επιφάνεια (νούφαρα) και φυτά των καλαμιώνων και των υγρών λιβαδιών. Η είσοδος θρεπτικών στοιχείων στη λίμνη από τον Στρυμόνα ευνόησε την ανάπτυξη της βλάστησης.
    Οι εκτεταμένοι καλαμιώνες με υγροτοπικά είδη, όπως τα βούρλα και το ψαθί, σχεδόν εξαφανίζονται. Οι υδρολογικές συνθήκες ευνόησαν την ανάπτυξη χρωματιστού τάπητα με νούφαρα στα βόρεια άκρα της λίμνης. Δυστυχώς, η μεγάλη αυξομείωση της στάθμης κάθε χρονιά απειλεί να τα εξαφανίσει και να μετατρέψει την Κερκίνη σε μια απλή αποθήκη νερού.
    Στο βορειοανατολικό τμήμα της λίμνης, στις εκβολές του Στρυμόνα, υπάρχει το παραποτάμιο δάσος που αποτελεί τον κυριότερο τόπο τροφοληψίας και φωλιάσματος πολλών σπάνιων πουλιών, καθώς και τόπο αναπαραγωγής και ανάπτυξης των ψαριών. Έως πριν από λίγα χρόνια συναντούσαμε πολλά είδη δέντρων που έδιναν ιδιαίτερο χρώμα στο τοπίο. Εξαιτίας της συνεχούς κατάλυσης, σήμερα έχουν απομείνει κυρίως ιτιές. Η έκταση του δάσους μειώθηκε από 7000 στρέμματα, το 1980, σχεδόν στο μισό και αν εξακολουθήσει να πλημμυρίζει με τον ίδιο ρυθμό κινδυνεύει να εξαφανιστεί εντελώς.
    Τα γύρο βουνά Κερκίνη (Μπέλες) και Μαυροβούνι (Κρούσια) καλύπτονται από δασική βλάστηση, κυρίως οξιά στα ψηλότερα μέρη και πολλά είδη δρυός ανάμικτα με φλαμουριές, φουντουκιές, γαύρους και άλλα φυλλοβόλα και αείφυλλα θαμνώδη είδη στις χαμηλότερες περιοχές. Επίσης, υπάρχουν πολλά αγριολούλουδα που κοσμούν με τα χρώματα τους τις πλαγιές των βουνών.
    Στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης Κερκίνης, υπάρχουν είδη θηλαστικών, αρκετά από τα οποία είναι απειλούμενα, όπως η βίδρα, το ζαρκάδι, το τσακάλι, ο λύκος και η αγριόγατα, ενώ υπάρχουν και αρκετά κοινά είδη όπως η αλεπού, η νυφίτσα, ο αγριόχοιρος, ο λαγός, ο σκαντζόχοιρος και ο ασβός. Επίσης, στο δάσος, όσο και στις γύρω περιοχές, συναντώνται 10 περίπου είδη αμφιβίων και περισσότερα από 20 είδη ερπετών.
    Σπουδαία είναι και η ιχθυοπανίδα της λίμνης. Στο ευρύτερο σύστημα Κερκίνης – Στρυμόνα έχουν καταγραφεί πάνω από 30 είδη ψαριών με εμπορικό ενδιαφέρον, όπως ο κυπρίνος (γριβάδι) και η πεταλούδα, και παρουσιάζει αξιόλογη αλιευτική παραγωγή. Μετά την κατασκευή του νέου φράγματος το 1982, εξαφανίστηκαν από τη λίμνη το Χέλι και ο Γουλιανός, ενώ μειώθηκε πολύ ο αριθμός των Κυπρίνων.
    Η λίμνη Κερκίνη είναι ένα πολύτιμο οικοσύστημα με πλήθος αξιών. Οι κυριότερες είναι :
    1) Αντιπλημμυρική : Διαδραματίζει καίριο αντιπλημμυρικό ρόλο συγκρατώντας τα νερά του Στρυμόνα και αποτρέποντας τον κίνδυνο πλημμύρας στο χαμηλότερο τμήμα της πεδιάδας των Σερρών.
    2) Αρδευτική : Παρέχει νερό για άρδευση σε μεγάλο μέρος της του νομού των Σερρών ο οποίος έχει έντονο γεωργικό χαρακτήρα και είναι από τους πιο παραγωγικούς της χώρας.
    3) Αλιευτική : Είναι από τις πλουσιότερες σε ψάρια λίμνες στην Ελλάδα και αρκετοί από τους κατοίκους των παραλίμνιων κοινοτήτων ασχολούνται με το ψάρεμα.
    4) Βιοποικιλότητας : Η ύπαρξη της λίμνης και της υγροτοπικής βλάστησης προσφέρει τροφή και καταφύγιο σε πολλά είδη της άγριας ζωής. Για τον λόγο αυτό εντάχθηκε στον κατάλογο Υγροτόπων Διεθνούς Σημασίας και προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες.
    5) Εκπαιδευτική : Προσφέρεται για την άσκηση περιβαλλοντικής εκπαίδευσης τόσο για τους μαθητές του νομού Σερρών, όσο και για τους μαθητές από την υπόλοιπη Ελλάδα ή και από όλο τον κόσμο.
    6) Αναψυχής : Μπορεί να προσφέρει στον επισκέπτη ξεκούραση και γαλήνη και να αποτελέσει πόλο ανάπτυξης ήπιων οικολογικών τουριστικών δραστηριοτήτων, συνεισφέροντας έτσι και στην ενίσχυση του εισοδήματος των κατοίκων.
    7) Επιστημονική : Αποτελεί σπουδαίο πεδίο επιστημονικής έρευνας για τους υγρότοπους, τη διαχείριση τους και τις ανθρωπογενείς επιδράσεις πάνω στις λειτουργίες τους, εξαιτίας της ποικιλότητας του βιολογικού της πλούτου και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στην περιοχή.
    Τα κυριότερα προβλήματα του υγροτόπου, σχετίζονται με τις χρήσεις του νερού. Η προστασία της λίμνης Κερκίνης εξαρτάται άμεσα από τη συνετή χρήση του νερού, ώστε να διασφαλίζονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό όλες οι λειτουργίες και οι αξίες του υγροτόπου. Η μονοδιάστατη θεώρηση της Κερκίνης ως απλού δοχείου νερού, που υπάρχει μόνο για να ικανοποιεί τις αρδευτικές ανάγκες, είναι ασφαλώς ξεπερασμένη. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη της “απόλυτης προστασίας” της λίμνης που δε λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες των κατοίκων. Ανάλογα με την παροχή του ποταμού και το άνοιγμα και κλείσιμο των θυροφραγμάτων, παρατηρείται ισχυρή αυξομείωση της στάθμης του νερού που φτάνει τα 5,5 μέτρα. Αντίστοιχη είναι και η αυξομείωση της έκτασης της λίμνης, που κυμαίνεται από 55000 έως 75000 στρέμματα περίπου. Η στάθμη της λίμνης φτάνει στο μέγιστο ύψος της τον Μάιο προκειμένου να αποταμιευτούν ικανές ποσότητες νερού για την άρδευση των χωραφιών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
    Τα φερτά υλικά που εξακολουθούν να εισρέουν στη λίμνη, μειώνουν συνεχώς τη χωρητικότητα της. Επίσης, η μέτρια κατάσταση των αρδευτικών δικτύων προκαλεί μεγάλες απώλειες νερού. Έτσι αν θέλουμε να εξακολουθήσουμε να ικανοποιούμε τις ίδιες ανάγκες άρδευσης οδηγούμαστε σε συνεχή κατ’ έτος άνοδο της στάθμης των νερών. Όμως η άνοδος της στάθμης επιδρά αρνητικά στα οικοσυστήματα της λίμνης περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας τις ρηχές περιοχές και τα λασποτόπια που είναι απαραίτητοι χώροι για τροφοληψία, αναπαραγωγή και φώλιασμα πολλών πουλιών, αμφιβίων και ψαριών .
    Επίσης, η υψηλή στάθμη όπως είναι φυσικό προκαλεί σοβαρά προβλήματα στους παραλίμνιους οικισμούς που βρίσκονται χαμηλότερα από την επιφάνεια της λίμνης, αυξάνοντας τον κίνδυνο πλημμύρας από την υπερχείλιση και από την ανύψωση της υπόγειας στάθμης του νερού.
    Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι το νερό δεν μπορεί να διαφύγει έγκυρα με το άνοιγμα των θυρών του φράγματος, καθώς οι διαστάσεις της κοίτης του Στρυμόνα κάτω από την Κερκίνη μπορούν να δεχτούν μόνο μικρές ποσότητες νερού. Μεγαλύτερες ποσότητες θα επιφέρουν πλημμύρα στις χαμηλότερες από το φράγμα περιοχές. Η προσπάθεια ώστε η ποσότητα των νερών που εξέρχονται από τη λίμνη να είναι τόση όση μπορεί να παροχετεύσει η υπάρχουσα κοίτη, έχει συνέπεια να παραμένει για κάποια χρονικά διαστήματα μέσα στη λίμνη νερό περισσότερο από το απαιτούμενο για άρδευση. Κατ’ επέκταση, η στάθμη της λίμνης ανέρχεται, μερικές φορές πάνω από την ανώτατη στάθμη της άρδευσης.
    Οι προσπάθειες για εξοικονόμηση νερού με τη συγκράτηση των φερτών υλικών, με την ανακατασκευή, ολοκλήρωση και βελτίωση των αρδευτικών δικτύων, με την ανακύκλωση νερού και με την εφαρμογή νέων τεχνικών άρδευσης (όπως είναι η καλύτερη ισοπέδωση χωραφιών) θα βελτιώσουν την αρδευτική αποδοτικότητα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για υψηλή στάθμη των νερών της λίμνης. Παράλληλα με τις σωστές υποδείξεις των αρμόδιων υπηρεσιών, οι αγρότες πρέπει να ενημερωθούν και να ενθαρρύνουν για τη σωστή χρήση του αρδευτικού νερού.
    Μέσα από συντονισμένες προσπάθειες διαχείρισης και με τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών και οργανισμών είναι δυνατόν να ικανοποιούνται όλες οι ανάγκες σε νερό και η λίμνη να εξακολουθεί να επιτελεί τον πολλαπλό της ρόλο. Οι σχεδιαζόμενες ενέργειες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και την οικονομική αξία της λίμνης Κερκίνης. Η επικείμενη ανύψωση των αναχωμάτων είναι πιθανό να αποβεί καταστροφική για τη λίμνη, καθώς δε διασφαλίζει τη μη άνοδο των νερών μέχρι το ύψος των νέων αναχωμάτων. Ενδεχομένη άνοδος της στάθμης του νερού θα έχει ως συνέπεια την καταστροφή του σπάνιου παραποτάμου δάσους, που αποτελεί το σημαντικότερο τόπο αναπαραγωγής και τροφοληψίας της άγριας πανίδας, ενώ θα συντελέσει στην ουσιαστική υποβάθμιση όλων των γνωρισμάτων που κάνουν σήμερα την Κερκίνη να ξεχωρίζει ως περιοχή παγκόσμιου ενδιαφέροντος και ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς.

  • Άνω Πορόϊα

    Άνω Πορόϊα

    Τα Άνω Πορόϊα αποτελούν ένα από τα διαμάντια του ιστορικού βουνού του Μπέλες. Είναι κτισμένα  στους νότιους πρόποδες του δυτικού τμήματος του θρυλικού αυτού βουνού και σε μια από τις ωραιότερες χαράδρες του.
    Αναπτυγμένα σχεδόν αμφιθεατρικά στις δυο αντικριστές πλαγίες της χαράδρας αυτής, υπερέχουν από κάθε άποψη απ’όλα τα  γύρο ακριτικά χωριά. Κτισμένα σε υψόμετρο 380 μέτρων και σε απόσταση μόλις έξι χιλιόμετρα από την κορυφή του Μπέλες δηλαδή από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, είναι αναπόσπαστα συνδεμένα με τη μοίρα και τις ιστορικές περιπέτειες του.
    Η ιστορία αναφέρει ότι ομάδες οικογενειών κατατρεγμένων, από τη Μοσχόπολη, τα  Γιάννενα, το Αργυρόκαστρο, τα Τρίκαλα, τα χωρία του Ολύμπου, της Πίνδου και του Γράμμου (όπως ο κοκκυόπλιος, η  Αβδέλλα, το Περιβόλι, η Σαμαρίνα, το Μέτσοβο, το Νυμφαίο και πολλά άλλα) ήταν οι πρώτοι μετανάστες και φυλλάδες που αποτέλεσαν τους πυρήνες του πληθυσμού των νέων οικισμών όπως τα Πορόϊα, η Ράμνα, η Βετρίνα που βρίσκονται στις πλαγιές του Μπέλες.
    Η ονομασία Πορόϊα φαίνεται ότι προϋπήρχε της εγκαταστάσεως στην περιοχή των νέων αποίκων. Προφανώς ο νέος οικισμός ονομάσθηκε Άνω Πορόϊα προς διάκριση από τον προϋπάρχοντα, ο πληθυσμός του οποίου αποτελείται από Τούρκους φερμένους από τα βάθη της Μικρά Ασίας για εποικισμό των αραιοκατοικημένων περιοχών, που είχαν ερημωθεί από τις συνεχείς επιδρομές και τα πολεμικά γεγονότα. Έτσι δημιουργήθηκαν οι δυο χωριστοί οικισμοί :Τα Άνω (Πορόι Μπαλαά) με αποκλειστικό Ελληνικό πληθυσμό στην αρχή, και τα Κάτω (Πορόι Ασίας) αποκλείστηκα κατοικημένο από Τουρκικό πληθυσμό. Πορόϊα στη σλαβική γλώσσα σημαίνει χείμαρρος. Όμως Παρά τη σλαβική ονομασία, η ονομασία Πορόϊα είναι καθαρά ελληνικής καταγωγής.  Προέρχεται από συμφυρμό των λέξεων Πόρος (διάβαση, πέρασμα) και ροιά (ρέω, ροή) συνδυάζοντας την υπερκείμενη του χώρου μοναδική προς τον βορρά διάβαση του Μπέλες προς τη περίφημη Σιδερόπορτα με τα άφθονα ρέοντα νερά απ΄ τις πηγές του βουνού. Κατ΄ άλλη έκδοση η ονομασία μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται και από το απόκρημνο του εδάφους.
    Τα Άνω Πορόϊα και όλα τα ακριτικά χωριά του Μπέλες δέχτηκαν στοργικά την ανάλογη μερίδα προσφύγων και κατ΄ εξοχήν προερχόμενων από τον Πόντο που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές, των ανταλλαγέντων Τούρκων και Βουλγάρων.
    Αν και ακραίος και παραμεθόριος οικισμός, τα Άνω Πορόϊα  επικοινωνούν άμεσα με το Σιδηρόκαστρο, την  πόλη των Σερρών και την Θεσσαλονίκη και γενικά με όλα τα αστικά κέντρα.
    Ο Σιδηροδρομικός σταθμός Πορόϊων που εγκαταστάθηκε από την αρχή στη θέση που βρίσκεται και σήμερα, (ανακαινισμένος λόγω των διαφόρων καταστροφών που υπέστη στη διάρκεια των πολέμων) εξελίχθηκε με τον καιρό σε ένα σπουδαίο κέντρο ανθρώπων και εμπορευμάτων που συντέλεσε στην αλματική ανάπτυξη όλης της περιοχής. Απείχε από τα Πορόϊα μόλις 2 χιλιόμετρα και ανάλογα από τα γύρο χωριά, ώστε η προσπέλασης σ’ αυτόν να είναι πολύ εύκολη και σύντομη.
    Η ευκολότερη πλέον επαφή με τα Αστικά Κέντρα του Νομού και κυρίως με τη Θεσσαλονίκη, δημιούργησε για τα Πορόϊα και ολόκληρη την περιοχή μια καινούργια εποχή οικονομικής ανάπτυξης και προόδου και έκδηλης κοινωνικής προσαρμογής προς ένα νέο περισσότερο πολιτισμένο τρόπο ζωής.
    Τις νέες αυτές συνθήκες ζωής επωφελήθηκε κυρίως ο Ελληνικός πληθυσμός των Πορόϊων, για μια πληρέστερη  εμπορική και κοινωνική οργάνωση  ώστε στην περίοδο εκείνη μέχρι της απελευθερώσεως το 1913 τα Άνω Πορόϊα να έχουν φθάσει σε μία αξιοζήλευτη ακμή. Με τα διάφορα καταστήματα εργαστήρια, παντοπωλεία, τα καφενεία, μαζί με το λαμπρό Ελληνικό Κοινοτικό Σχολείο έδιναν τον τόνο μιας Εθνικής ανάτασης και μιας αναμφισβήτητα πνευματικής και κοινωνικής υπεροχής των Ελληνικών απέναντι στους αλλοεθνείς κατοίκους.

  • Στρατιωτικό Μουσείο Οχυρού Ιστίμπεη

    Στρατιωτικό Μουσείο Οχυρού Ιστίμπεη




    Το οχυρό Ιστίμπεη βρίσκεται στην κορυφή του όρους Μπέλες, 1339 μ. υψόμετρο, ακριβώς πάνω στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Για να φθάσει κανείς εκεί ακολουθεί την επαρχιακή Οδό Κιλκίς-Βυρώνειας-Πετριτσίου, ή την Εθνική Οδό Σερρών-Σιδηροκάστρου-Πετριτσίου. Από το Πετρίτσι ακολουθεί κανείς ένα ασφαλτοστρωμένο ανηφορικό δρόμο μήκους 14 χλμ μέχρι την κορυφή του Μπέλες, ο οποίος δεν είναι βατός τους χειμερινούς μήνες.

    Το Μάρτιο του 1989 χτίστηκε με δαπάνες του Πανελλήνιου Συνδέσμου Πολεμιστών και Φίλων Οχυρών Μακεδονίας Θράκης ένα μικρό μουσείο και ένα Ηρώο για να θυμίζει στις νεότερες γενιές την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων πολεμιστών απέναντι στην επίθεση των γερμανικών και βουλγαρικών δυνάμεων τον Απρίλιο του 1941.

    Το μουσείο είναι ένα μικρό μονόχωρο κτίριο, στο οποίο εκτίθενται σε προθήκες όπλα (τυφέκια, περίστροφα, πιστόλια), κράνη, ξιφολόγχες, παράσημα του ελληνικού και του γερμανικού στρατού και στολές του ελληνικού στρατού της εποχής εκείνης, καθώς και μεγάλος αριθμός θραυσμάτων από ελληνικά και γερμανικά βλήματα.

    Το οπτικοακουστικό σύστημα δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την πορεία της μάχης των οχυρών της περιοχής. Επίσης, είναι επισκέψιμη μια στοά του οχυρού, με θαλάμους, γραφεία, αποθήκες, μαγειρεία, αναρρωτήριο, φαρμακείο, υδαταποθήκες, και άλλους χώρους που χρησιμοποιούνταν από τους υπερασπιστές του οχυρού Ιστίμπεη.

  • Κάστρο Σιδηροκάστρου

    Κάστρο Σιδηροκάστρου

    Το φρούριο Ισσάρι, ύψους 155μ και κτίσμα του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου, δεσπόζει βορειοδυτικα της πόλης. (“Δεμίρ Ισσάρ” στα τούρκικα σημαίνει «Σιδερένιο κάστρο»). Από την πανοραμική θέση του κάστρου μπορεί ο επισκέπτης να παρατηρήσει όλη την πόλη και ένα μεγάλο μέρος του Σερραϊκού κάμπου, τον ποταμό Στρυμόνα και τη λίμνη της Κερκίνης, να θαυμάσει το ηλιοβασίλεμα και την υπέροχη κοιλάδα του ποταμού Κρουσοβίτη.

  • Ιαματική πηγή -Χαμάμ Αγκίστρου

    Ιαματική πηγή -Χαμάμ Αγκίστρου

    Λίγα χιλιόμετρα απ’ τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και σε απόσταση 125 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη βρίσκεται το ακριτικό χωριό Άγκιστρο. Στο Άγκιστρο πηγάζουν τα ιαματικά νερά του χωριού με το Bυζαντινό λουτρό που χρονολογείται από το 1100 μ.X. και τα καινούργια λουτρά που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια. Kαθέναν από τους λουτήρες μπορεί να τον νοικιάσει κανείς για μισή ώρα με την παρέα του και μόνο για λίγες στιγμές χαλάρωσης και ξεγνοιασιάς για μία εμπειρία που μένει αξέχαστη.
    Λόγο ότι η θερμοκρασία του νερού είναι 41° Kελσίου αντενδείκνυται για όσους πάσχουν από φλεβίτιδα, κιρσούς, καρδιακά νοσήματα και άτομα με ασταθή πίεση. Το χαμάμ αποτελεί μία εναλλακτική πρόταση διασκέδασης, που μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας ή της νύχτας. Φίλοι, παρέες, ζευγάρια, αλλά και οικογένειες συνδυάζουν εδώ τον καφέ, την εκδρομή, το φαγητό, μα και μια πιθανή νυχτερινή απόδραση με ένα χαμάμ. Tο Άγκιστρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα σαν ορμητήριο για τους επισκέπτες που θέλουν να γνωρίσουν τον τόπο, αφού πολύ κοντά βρίσκονται τα οχυρά του Pούπελ, η λίμνη Kερκίνη, το όρος Mπέλες και το σπήλαιο της Aλιστράτης.

    Θερμοκρασία Νερών: 41ο C
    Χαρακτηρισμός Νερού: Υπέρθερμο – Na – Ca – K – SO4 – HCO3 – F oλιγομεταλλικό – υποτονικό
    Θεραπευτικές Ενδείξεις: Υδροθεραπεία για ρευματοπάθειες και αρθροπάθειες.

  • Ιαματική πηγή – Λουτρά Σιδηροκάστρου

    Ιαματική πηγή – Λουτρά Σιδηροκάστρου

    Βόρεια από την πόλη του Σιδηροκάστρου, στο 6ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Σιδηροκάστρου Προμαχώνα, βρίσκεται η Δημοτική Επιχείρηση με τα Λουτρά Σιδηροκάστρου.

    To υδροθεραπευτήριο με τα θερμομεταλλικά νερά διαθέτει:
    Παραδοσιακή πισίνα τύπου χαμάμ (θερμοκρασία 40 C).
    Πισίνες SPAFORM με υδρομασάζ και αερομασάζ. (Θερμοκρασία ελεγχόμενη)

    Μπανιέρες υδρομασάζ. (Θερμοκρασία ελεγχόμενη)

    Θερμοκρασία Νερών: 33-50ο C
    Χαρακτηρισμός Νερού: Υπέρθερμο – Na – Ca – K – HCO3 F – B – μεταλλικό υποτονικό.

    Θεραπευτικές Ενδείξεις: Λουτροθεραπεία για ρευματοπάθειες, σπονδυλαρθρίτιδες, δισκοπάθειες, μυαλγίες, ισχιαλγίες, οσφυαλγίες, παθήσεις των αρθρώσεων, γυναικολογικές παθήσεις.

  • Σιδηρόκαστρο

    Σιδηρόκαστρο




    Η περιοχή της σημερινής Σιντικής κατοικήθηκε από τους Σιντούς ή Σίντιους, οι οποίοι ξεκίνησαν γύρω στον 19ο αιώνα π.Χ. από την Σιντιίδα, τη σημερινή Λήμνο. Το ελληνικό αυτό φύλο, αφού έφτασε στα παράλια της Θράκης, στο Στρυμονικό Κόλπο, ακολούθησε το ρου του Στρυμόνα, που τα χρόνια εκείνα αποτελούσε το φυσικό δρόμο για τις Βαλκανικές χώρες.

    Στη Σιντική ανήκουν 30 κωμοπόλεις και χωριά. Το Σιδηρόκαστρο είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Κρουσοβίτη. Με πληθυσμό 11.000 κατοίκους, απέχει 24 χιλιόμετρα από τις Σέρρες και άλλα τόσα από τον Προμαχώνα και τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και αποτελεί οδικό, σιδηροδρομικό και ενεργειακό κόμβο που συνδέει την Ελλάδα με τα Βαλκάνια. Είναι μια συνεχώς αναπτυσσόμενη περιοχή, τόσο εμπορικά όσο και πολεοδομικά. Σύγχρονες πολυώροφες οικοδομές υψώνονται σε κεντρικά σημεία της πόλης και τη μεταμορφώνουν σε σύγχρονη αναπτυσσόμενη ευρωπαϊκή πόλη. Ωστόσο, οι παραδοσιακή αρχιτεκτονική των παλαιών κτισμάτων που δεσπόζουν υπερήφανα σε κάθε γωνιά της, μας ταξιδεύουν σε παλαιότερες εποχές και διατηρούν τον ελληνικό αέρα στην περιοχή.

    Το Σιδηρόκαστρο οφείλει την ονομασία του στο βραχώδες φρούριο του, το Ισσάρι, ύψους 155 μ, που δεσπόζει βορειοδυτικά της πόλης, κτίσμα του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το Σιδηρόκαστρο έγινε κέντρο του Ελληνισμού και αντιστάθηκε ηρωικά στους Μακεδονικούς Αγώνες. Επάνω στο Ισσάρι σώζονται ακόμη ερείπια από τα κάστρα της πόλης. Πολύ κοντά και μέσα σε κάστρο σώζεται, επίσης, και ένα πελώριο πλίνθινο κιούπι, κάτι σαν στέρνα, όπου μάζευαν νερό για ώρα ανάγκης.

    Οι Σιδηροκαστρίτες είναι μείγμα από ντόπιους και πρόσφυγες από διάφορα μέρη, όπως οι Μικρασιάτες, οι Μελενίκιοι που ήρθαν το 1913 από το Μελένικο, οι Θρακιώτες που ήρθαν από την Ανατολική Θράκη το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι Πόντιοι από τον Πόντο και άλλοι. Το Σιδηρόκαστρο απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό στις 27 Ιουνίου 1912 και μετά από 8 μήνες Βουλγαρικής κατοχής απελευθερώθηκε οριστικά στις 27 Ιουνίου 1913. Κάθε χρόνο στις 27 Ιουνίου γιορτάζει την επέτειό του αυτή, με κάθε μεγαλοπρέπεια.

    Ο πιο συνηθισμένος τόπος συνάντησης και περιπάτου για τους ντόπιους και τους επισκέπτες, τις περιόδους καλοκαιρίας, είναι η Κοιλάδα του Κρουσοβίτη, του ποταμού που διαρρέει την πόλη του Σιδηροκάστρου.

    Ο Κρουσοβίτης, παραπόταμος του Στρυμόνα, χωρίζει την κοιλάδα σε δύο μέρη που ενώνονται με γραφικές γέφυρες. Οι δύο μεγαλύτερες είναι του Σταυρού και του Καλκάνη.
    Αφήνοντας τη γέφυρα στον κεντρικό δρόμο, η ευρύτερη περιοχή δίπλα στο ποτάμι έχει διαμορφωθεί κατάλληλα σε τόπο αναψυχής και περιπάτου. Όμως η περιοχή εκείνη που επιφυλάσσει στους επισκέπτες τοπία εξαιρετικού φυσικού κάλλους είναι ο «Μαύρος Βράχος» και τα «Ζεστά Νερά», βόρεια – βορειοανατολικά της πόλης. Φυσικοί καταρράκτες, νερόμυλοι (των οποίων σώζονται μόνο τα ερείπια), δύο μικρά φράγματα που κατασκεύασε το Δασαρχείο και σχηματίζουν μικρές λίμνες, πλαισιώνονται από πλούσια και πυκνή βλάστηση, χάρμα οφθαλμών για τον επισκέπτη.
    Μέχρι σήμερα διατηρείται το παλιό κάστρο στο Σιδηρόκαστρο. Σε αυτή την πευκόφυτη περιοχή βρίσκεται και η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, σκαλισμένη σε βράχο. Στο ιερό της φυλάσσεται η Αγία Ζώνη. Στη βορινή μεριά της πόλης, βρίσκεται το ύψωμα «Σωτήρα» ή «Τοπ – Μπαϊρ » και πάνω δεσπόζει το εξωκλήσι. Η ονομασία «Τοπ Μπαϊρ» (λόφος του κανονιού) οφείλεται στο γεγονός ότι επί τουρκοκρατίας οι Τούρκοι έστησαν στην κορυφή του ένα κανόνι. Από αυτό δινόταν το σύνθημα για μπαϊράμι και ραμαζάνι. Στο Σιδηρόκαστρο θα δείτε επίσης την Ιερά Μονή Κηρύκου και Ιουλίτης, που χτίστηκε το 1967 από τον Μητροπολίτη Ιωάννη στη νοτιοδυτική πλευρά του βράχου.
    Στη διαδρομή σας για το βορειοδυτικό μέρος του νομού μπορείτε να επισκεφθείτε αρχικά το Νέο Πετρίτσι που βρίσκεται 32 χλμ από τις Σέρρες. Στη συνέχεια η ομορφιά του τοπίου θα σας οδηγήσει στη Λίμνη Κερκίνη. Έναν από τους ελάχιστους υγροβιότοπους στην Ελλάδα, Κάντε το γύρο της λίμνης ή πλοηγηθείτε στα νερά της. Απολαύστε τον καφέ σας ή το μεσημεριανό σας με θέα τη λίμνη στο Λιθότοπο, Την επόμενη μέρα ξεκινήστε για το υπέροχο τοπίο του όρους Μπέλλες βόρεια της λίμνης.

    Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Βυρώνειας, κτίσμα του 1896, υπήρξε έδρα του Ελληνικού Στρατηγείου κατά την τελευταία φάση του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (1913). Η χάλκινη επιγραφή στο αιωνόβιο πλατάνι, θυμίζει πως εδώ ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος συνέταξαν του όρους ειρήνης απέναντι στην ηττημένη Βουλγαρία.
    Το Ακριτοχώρι είναι χτισμένο στους καταπράσινους πρόποδες του όρους Μπέλλες και βρίσκεται σε υψόμετρο 130 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Από το χωριό διέρχεται το Διεθνές Μονοπάτι Ε4 – 6 που καταλήγει στη γέφυρα του ποταμού Στρυμόνα για να συνεχίσει ανατολικά. Το Ακριτοχώρι είναι πανελλήνια γνωστό για το Ιερό Ησυχαστήριο του Τιμίου Προδρόμου, πιστό αντίγραφο αγιορείτικης αρχιτεκτονικής. Βόρεια από το Ησυχαστήριο υπάρχει τεχνητή λίμνη με πηγαίο νερό στην οποία ο επισκέπτης μπορεί να ψαρέψει.
    Το Μανδράκι βρίσκεται χτισμένο στη βόρεια πλευρά της λίμνης Κερκίνης και στους πρόποδες της οροσειράς Μπέλλες σε υψόμετρο 50 μέτρα. Με βάση αρχαιολογικές ενδείξεις, πλησίον του χωριού (ερείπια αρχαίου τείχους στην ανατολική είσοδο) βρισκόταν στους ιστορικούς χρόνους η αρχαία πόλη Σίντια. Το χωριό αποτελεί κύριο σημείο πρόσβασης στη λίμνη Κερκίνη, με το λιμανάκι που διαθέτει για περιήγηση στο βιότοπο με παραδοσιακές πλαβές.
    Το Νέο Πετρίτσι βρίσκεται χτισμένο στους νοτιοανατολικούς πρόποδες της οροσειράς Μπέλλες σε υψόμετρο 100 μέτρα και λίγο πριν την έξοδο του ποταμού Στρυμόνα από τα στενά του Ρούπελ. Κύριο γνώρισμα της περιοχής αποτελεί η καταπράσινη κοιλάδα της Λόντζας με τα αιωνόβια πλατάνια και τα τρεχούμενα νερά της Σουλτανίτσας. Βόρεια του χωριού βρίσκεται το ιστορικό ηρωικό οχυρό Ιστιμπέη, τμήμα της οχυρωματικής «Γραμμής Μεταξά».
    Το Μεγαλοχώρι είναι χτισμένο στις όχθες του ποταμού Στρυμόνα σε υψόμετρο 35 μέτρα. Το χωριό αποτελεί σημείο πρόσβασης στο βιότοπο της λίμνης Κερκίνης και στο λιμναίο δάσος με τις φωλιές των πουλιών. Στην τοποθεσία «τρίγωνο» ο επισκέπτης αντικρίζει το παραλίμνιο δάσος, τους πληθυσμούς των διαφόρων πουλιών και τα ερείπια από το χωριό που στήθηκε για τις ανάγκες του κινηματογραφικού έργου του Θ. Αγγελόπουλου «Το λιβάδι που δακρύζει». Επίσης από την τοποθεσία αυτήν ο επισκέπτης παρατηρεί το μεγαλύτερο αριθμό βουβαλιών στην Ελλάδα.
    Το Γόνιμο βρίσκεται νότια του ποταμού Στρυμόνα και σε χαμηλότερη θέση υψομετρικά από την κοίτη του. Για αυτό το λόγο έχει διευθετηθεί κατάλληλα η κοίτη του τη δεκαετία του 1970, με στόχο να αποφεύγονται καταστροφές από πλημμύρες. Στο Δασάκι λειτουργεί οργανωμένος χώρος αναψυχής, με γήπεδο ποδοσφαίρου και μπάσκετ.

  • Ιερά Μονή Κηρύκου & Ιουλίτης

    Ιερά Μονή Κηρύκου & Ιουλίτης

    Σε ένα λόφο, βορειοανατολικά του Σιδηροκάστρου, είναι κτισμένη η Ιερά Μονή Αγ. Κηρύκου και Ιουλίτης.
    Ιδρύθηκε από το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου Ιωάννη, το έτος 1968, όταν πρωτοήρθε στην Ιερή Μητρόπολη από τη Σάμο.
    Είναι κοινοβιακή Μονή, στην οποία μονάζουν αδελφές, που ασχολούνται με πλεκτά, χρυσοκέντημα και αγιογραφία, ενώ έχουν αποκλειστική μέριμνα και φροντίδα τους το Ορφανοτροφείο Θηλέων και το Γηροκομείο της Ιεράς Μητρόπολης Σιδηροκάστρου. Η Μονή πανηγυρίζει στις 15 Ιουλίου, ημέρα εορτής των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης.

  • Λαογραφικό – Ιστορικό Μουσείο “Τσαρτσίδη”

    Λαογραφικό – Ιστορικό Μουσείο “Τσαρτσίδη”

    Το Λαογραφικό Μουσείο βρίσκεται κοντά στην κεντρική πλατεία του Σιδηροκάστρου και είναι μια προσωπική συλλογή και προσφορά του Μιχάλη Τσαρτσίδη. Ο επισκέπτης μπορεί να ενημερωθεί για τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων της περιοχής, για τα κτηνοτροφικά και γεωργικά εργαλεία που χρησιμοποιούσαν, καθώς και να δει πολεμικό υλικό, αλλά και έντυπα από τα χρόνια της Γερμανοβουλγαρικής κατοχής.

    Σκοποί του Μουσείου είναι η έρευνα της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας, η ανάδειξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας, η διάσωση των ιστορικών αντικειμένων και η προαγωγή της έρευνας σχετικά με την ιστορία της περιοχής. Το Μουσείο, που περιέχει 4.500 περίπου αντικείμενα, αποτελείται από δύο τμήματα, το ιστορικό και το λαογραφικό.

     

    http://www.sidirokastro.com/index.php/tsartsidis